Σεπτέμβριος 2015. Κλείνει σιγά σιγά μία κουραστική σαιζόν στην δουλειά. Νέοι άνθρωποι στην καθημερινότητά μου συνθέτουν τον μικρόκοσμο του ξενοδοχείου. Η ηρεμία μου δίνει χρόνο για περισυλλογή. Ο χειμώνας θα είναι μάλλον δύσκολος.Σ' είδανε, μού 'παν, να διασκεδάζεις
Σαββάτο βράδυ μ' ένα σουξέ
από εκείνα
που σ' ένα μήνα
μοιάζουν σαν να μη γράφτηκαν ποτέ.
Θέλεις η βότκα, θέλεις η ζάλη,
το φτηνό κέφι ή ο καπνός,
ξάφνου για μένα
πέταξες ένα
"ρε συ, τι γίνεται αυτός";
Λοιπόν, μάθε σ' αγάπησα,
που έφυγες ράγισα
κάμποσο δάκρυσα και πάει.
Δεν παρακάλεσα,
την πληγή σφράγισα
μα το σημάδι πονάει.
Στίχους έγραψα,
νύχτες σ' έβρισα,
λόγια ξέγραψα χαμένα.
Ήπια, μέθυσα,
πόρτες έσπασα
αλλά τέλειωσα με σένα.
Σ' είδανε μού 'παν κι ήσουν εντάξει.
Είχες ξεγράψει μια μολυβιά
ότι ωραίο
σού 'χε χαρίσει
κάποτε μια φτωχή καρδιά.
Κι αφού εσύ δε θυμάσαι, δεν κλαις, δε λυπάσαι
δεν θα μάθεις ποτέ σου και ν' αγαπάς.
Πάρ' το εγώ σου,
τον εαυτό σου.
Για μένα μην ξαναρωτάς.
Γιατι εγώ σ' αγάπησα,
που έφυγες ράγισα
κάμποσο δάκρυσα και πάει.
Δεν παρακάλεσα,
την πληγή σφράγισα
μα το σημάδι πονάει.
Στίχους έγραψα,
νύχτες σ' έβρισα,
λόγια ξέγραψα χαμένα.
Ήπια, μέθυσα,
πόρτες έσπασα
αλλά τέλειωσα με σένα.



