Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

Τέλος

Είναι 01/10/2008. Ένα χιπχοπικό παράπονιάρικο τραγουδάκι όπως το σκάρωσα σε μία βάρδια στη δουλειά και το τραγούδησα στη Βέσπα μία και μόνη φορά δίνει ένα τέλος σε αυτή την χρονιά. Τέσσερις μέρες μετά απολύθηκα ως "ύποπτος για κλοπή" από την αποθήκη.

Είναι στιγμές μες τη ζωή που σαν φονιάδες έρχονται και σου σκοτώνουν
αυτό που ζεις με το μυαλό, ότι φυλάς μες την καρδιά και σου ματώνουν
το κάθε όνειρο που διάλεξες τις νύχτες σου νά 'ρχεται να φωτίζει.
Είναι στιγμές που σε ξυπνούν και βλέπεις ότι σ' όριζε να μην αξίζει.

Στα μάτια σου που πίστευα κι εγώ πως είχα βρει τη γη του ονείρου,
στα χείλη σου και στο φιλί που μ' άφηνε ευωδιά του Αγιου Μύρου
και στο βαθύ το σ' αγαπώ που 'πες αιώνια θα ζεί κι εγώ είχα κλάψει,
ήρθε η αλήθεια σαν φονιάς μές το σκοτάδι μου ψυχρά το φως ν' ανάψει.

Και μού 'πε ηλίθιε, χαζέ ξύπνα και δες τι καρτεράς και τι ελπίζεις.
Για ποιάν τραγούδια έγραφες και πού το δάκρυ σου, καημένε, χαραμίζεις.
Δεν ήσουνα λοιπόν εκεί κι όσα για σένα νόμιζα, ψέμα και λάθος
κι όσα τραγούδια έγραψα γίναν πληγές και τ' όνειρό μου έγινε τάφος.

Τέλος τα τραγούδια μου λοιπόν που σ' αφορούσανε.
Τέλος και οι ελπίδες στη ζωή που δε χωρούσανε.
Τέλος τα όνειρά μου πως μια μέρα θα σ' αγκάλιαζα.
Τέλος και η σκέψη που με σένανε τη ζάλιζα.
Τέλος τα τραγούδια μου πού 'γραφα και περίμενα.
Τέλος οι αναμνήσεις, τα φαντάσματα, τα κείμενα.
Τέλος και τα δάκρυα τα ματάκια μου που καίγανε.
Μα δε βρίσκω τέλος στην αγάπη μου για σένανε.

Τουλάχιστον σ' ευχαριστώ, πού 'δινες πάντα αφορμή ξανά να γράψω
τόσα τραγούδια όμως πια άναψε τώρα τη φωτιά για να τα κάψω.
Στις φλόγες τις τα όνειρα, τα δακρυσμένα σ' αγαπώ κι όλα τα λόγια.
Οι μεθυσμένες μας βραδυές, οι μοναξιές, οι αγκαλιές και δέκα χρόνια.

Είναι στιγμές μες τη ζωή που σ' ένα δευτερόλεπτο χάνεται ο ήλιος
και κάτι κόκκινες γραμμές που αν τις διαβείς ποτέ ξανά δεν είσαι ο ίδιος.
Θα 'θελα μόνο να σταθώ στο ένα μέτρο, στο μισό κι ας μη σ' αγγίξω
μέσα απ' τα μάτια τα πικρά πως ξεψυχάει μια καρδιά για να σου δείξω.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Από χειμώνα σε χειμώνα

Μια τελευταία σύνθεση γεννημένη επάνω στην Vespa στο πηγαινέλα από την δουλειά τις τελευταίες μερες του Σεπτέμβρη 2008. Ο καιρός έχει χαλάσει. Η δουλειά τελειώνει και ξεκινά πάλι η ηρεμία ενός χειμώνα που μάλλον θα φέρει πολλούς ανέμους.

Από χειμώνα σε χειμώνα
κι από βροχή, πάλι βροχή.
Δε σ' έφεραν τα χελιδόνια
αλλά σε πήρε η αστραπή.

Από σκοτάδι σε σκοτάδι
κι απ' το μπορώ στο δε μπορώ
κι απ' το φιλί στα δυο σου χείλη,
τώρα στα χείλη Marlboro.

Να 'σαι καλά κάπου μακρυά
σε δυο κομμάτια η καρδιά
να σ' αγαπά και να πονά
να σε θυμάται, ν' αγρυπνά.
Να 'μαι καλά κι εγώ
χωρίς εσέ μα δε μ' έχω άξιο.
Εκεί που σού 'δωσα στερνό
φιλί έγινε εργοτάξιο.
Να μη θυμίζει τίποτα
τις μέρες που στον έρωτα
κι οι δυο ορκιζόμασταν μα δες
τώρα ξανάρχονται βροχές.

Από χειμώνα σε χειμώνα
δε σ’ είδα και δε σ' άκουσα
στο τελευταίο σου αντίο
το χρόνο μου σταμάτησα.

Και κάπου κάπου σε θυμάμαι
στου χωρισμού τα δάκρυα
πού ‘βρεχαν το πουκάμισό μου
κι έτσι βρεγμένο τ’ άφησα.

Για να θυμίζει, να ελπίζει,
ο νους σε σένα να γυρίζει,
να νομίζει κάποια νύχτα
θα ‘ναι ξανά σαν όταν σ’ είχα
αγκαλιά μου και γελούσες
μου μιλούσες, με φιλούσες
ξεγελούσες τ’ όνειρό μας
λίγο πριν να 'ρθει ο χειμώνας.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

Μόνο ένα ψέμα

Το προτελευταίο πρόχειρο τραγούδι μου στην δουλειά της αποθήκης πάνω στο ίδιο περίπου δραματοποιημένο θέμα. Είναι 21/9/2008.

Δεν έχω εσένα
κι έχω ανάγκη ένα ψέμα.
Να λέει, ας πούμε, πως
ακόμα μ' αγαπάς.
Να λέει τις νύχτες πως πονάς
πως με θυμάσαι και ξυπνάς.
Δεν έχω εσένα
κι έχω ανάγκη ένα ψέμα.

Δεν έχω εσένα
κι έχω ανάγκη ένα ψέμα,
μια ανοησία να πιστεύω
για να ζω.
Μες την αλήθεια δε μπορώ.
Μη μου ζητάς να το δεχτώ
πως χάνω εσένα,
δωσ' μου μόνο ένα ψέμα.

Δώσ' μου ένα ψέμα να κρατώ,
μόνο ένα ψέμα για να ζήσω.
Κρύψ' την αλήθεια σαν ξυπνήσω
το πρωί.
Δώσ' μου ενα ψέμα μοναχά
πως θά 'σαι εδώ όταν γυρίσω,
νά 'χω αιτία να συνεχίσω
τη ζωή.

Ρωτούν οι φίλοι
γιατί δε γελούν τα χείλη
όπως παλιά όταν για σένα
μου μιλάν.
Χάθηκες πού 'σουνα το παν
κι η κάθε νύχτα μοιάζει σαν
σβηστό καντήλι,
γι' αυτό δε γελούν
τα χείλη.

Δεν έχω εσένα
κι έχω ανάγκη ένα ψέμα,
πως δε χωρίσαμε ποτέ
εμείς οι δυο.
Πως αν βγω έξω θα σε δω,
κάπου στου δρόμου θα σε βρώ
να κλαις το τέρμα.
Δώσ' μου μόνο
ένα ψέμα.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Άλλη μια μέρα μακρυά σου

Είναι 12/9/2008. Γράφω άλλο ένα τραγούδι σε λαϊκό, φτηνό ύφος όπως και οι μέρες μου εδώ. Μου έχει γίνει ανάγκη να βρίσκω ιστορίες να γράφω στίχους και να τους μελοποιώ. Νιώθω (δειλά) ότι ίσως μια μέρα το τραγούδι γίνει η αιτία να ξελασπώσω και επαγγελματικά.

Άλλη μια μέρα που απ' τη ζωή μου λείπεις.
Άλλο ένα βήμα από σένα πιο μακρυα.
Άλλη μια νύχτα που γυρίζω σαν αλήτης
σε δρόμους κι όνειρα να σε βρω μα πουθενά.

Μετρώ αναμνήσεις και μαζί μετρώ και λάθη
και πάνε μήνες τώρα πού 'χω να σε δω.
Κι η θύμισή σου στην καρδιά μου ένα αγκάθι.
Μετρώ τα λάθη που μας φέραν ως εδώ.

Άλλη μια νύχτα μακρυά σου να πονάω.
Άλλη μια μέρα μακρυά σου να μη ζω.
Άλλο ένα βράδυ μοναχός,
δάκρυ, βροχή και στεναγμός.
Άλλη μια νύχτα χώρια σου να σ' αγαπάω.

Μου είπες "φεύγω" κι απλά άνοιξες την πόρτα
κι όταν την έκλεισες, έκλεισε κι η ζωή.
Τώρα στο σπίτι δεν ανάβω πια τα φώτα
και ξενυχτώ με τ' όνειρο πού 'χει χαθεί.

Πέρνα απόψε απ' τη δουλειά

Πρόχειρο ζεϊμπέκικο που έγραψα στις 3/9/2008 σε μία βάρδια στην δουλειά. Πειραματισμοί, ας πούμε, σε ύφος μοντέρνου ρεμπέτικου.
Μού 'παν σε είδαν εκεί που συναντιόμασταν
με 2-3 φίλους παρέα να γελάς.
Και πάνε μήνες που λείπουνε τα χρώματα
απ' τη ζωή μου. Που έφυγες και πάς;

Μού 'παν δεν κάνεις (πείσμα του εγωισμού)
ποτέ συζήτηση για μένανε
κι εγώ παλεύω με τις αναμνήσεις μου
κι οι νύχτες δάκρυα μου φέρνουνε.

Πέρνα απόψε απ' τη δουλειά να σε δώ
και (αν θες) να σ' αγκαλιάσω.
Και τη μισή μου τη ζωή θά 'δινα
ποτέ να μη σε ξαναχάσω.

Ξέρεις που είμαι, ξέρεις που βραδυάζομαι
και που δουλεύω για να ξεχαστώ.
Όμως δεν ξέρεις πόσο σε χρειάζομαι.
Θέ μου, κι αν ήξερες θα 'ρχόσουν να σε δω.

Όταν γράφω τραγούδια

Ένα τραγούδι σαν ένα "ευχαριστώ" στη μουσική και στον Θεό που μου έδωσε την δυνατότητα να έχω αυτό το καταφύγιο σε ώρες καλές ή κακές. Η μουσική που του έγραψα ήταν και η πρώτη δική μου που έμαθε ο Βαγγέλης στο αρμόνιό του. Ιούλιος του 2008.

Όταν εγώ γραφω τραγούδια
και όταν παίζω μουσική
θα πει πως μέσα μου αγάπησα
ή πόνεσα πολύ,
σ' ένα φιλί.
Έτσι και τώρα που σου γράφω
το τραγουδάκι το αθώο τούτο 'δώ
θα πεί δεν ήταν ψέματα όταν
σου είπα σ' αγαπώ,
πως σ' αγαπώ.

Σε κάποιο δάκρυ που κυλάει
σε κάποιον άξαφνο πηγαίο στεναγμό
θα βρεις εκείνα που εγώ ποτέ
δεν τόλμησα να πω,
να σου τα πώ.
Και τότε θά 'ρθει το τραγούδι
σαν ένας φίλος θα μου κάνει συντροφιά
και τα στιχάκια του θα διώξουν
κάθε λύπη μάκρυά
απ' την καρδιά.

Όταν εγώ γράφω τραγούδια
θα πει πως κάτι αληθινό έχω να πω
που αξίζει κάτι παραπάνω από
ένα λόγο απλό,
λόγο πεζό.
Κι όταν οι λέξεις με παιδεύουν
κι όταν οι νότες περιπαιχτικά γελούν
ξέρω στο τέλος ότι κρύβω στην καρδιά μου
θα το δούν
και θα το πουν.

Πανάκριβό μου μυστικό.

Είναι Ιούλιος 2008 και στην αποθήκη που δουλεύω σε δυο κάπως πιο χαλαρές ημέρες, γράφω αυτό το τραγούδι με ύφος λαϊκής μπαλάντας μετατρέποντας μία ξένη μαντινάδα σε ρεφρέν. Έχω τώρα τον χρόνο να γράφω και βρίσκω εκτόνωση στην πίεση του καλοκαιριού.

Εχθές αργά
δεν τό 'θελα μα σε σκεφτόμουνα ξανά.
Μέσα στα χέρια μου πως σ' είχα αγκαλιά.
Εχθές αργά αναστατώθηκα ξανά.
Ήσουν εσύ
τ' όνειρο πού 'σβηνε πάντοτε την αυγή,
έρωτας που στο φως δεν άντεχε να ζει,
γλυκό κρασί και δηλητήριο μαζί.

Δεν έπερπε.
Να μ' αγαπήσεις, μάτια μου, δεν έπρεπε
αλλά δεν έπρεπε κι εγώ να σ' αγαπάω.
Δεν ήξερα.
Ότι θα έφτανα ως εδώ δεν ήξερα,
με μια κιθάρα μόνος να σου τραγουδάω,
να τραγουδάω.

Πανάκριβό μου μυστικό που μόνο η νύχτα ξέρει,
σ' αποζητάει η καρδιά και τ' αδειανό μου χέρι.

Ψάχνω να βρώ
τρόπους να μην πονώ, λίγο να ξεχαστώ.
Θυσία τ' ονειρο σ' αυτό που λεν "σωστό".
Ψάχνω να βρω τρόπο χωρίς εσέ να ζω.
Κι αν μια φορά
με δεις τυχαία μη μου πεις ούτ' ένα "γεια".
Μην ξεκλειδώσεις την κλειστή μου την καρδιά
κι οι αναμνήσεις φτερουγίσουνε ξανά.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Καϋμέ μου

Ιούλιος 2008. Στην δουλειά που τυρανιέμαι, γράφω ένα τραγούδι, σε ύφος μικρασιάτικου αμανέ. Το μελοποίησα στην μπαλαλάικα λίγες μέρες μετά και ένιωσα πολύ ωραία που τα κατάφερα σε αυτό το δύσκολο είδος.

Και τώρα μόνος.
Πληγή μου μοιάζει ο χρόνος.
Λείπεις χαρά μου. Λείπει η ζωή.
Αχ, μοναξιά μου,
φύγε απ' τα όνειρά μου
κι ας την καρδιά μου γιατρειά να βρει.

Κι εσύ καϋμέ μου μη μ' ακολουθείς
κι αυτό το τραγουδάκι της ψυχής
άσε με να πώ.
Κι εσύ καϋμέ μου μη μ' ακολουθείς
και μονοπάτι λησμονιάς να βρεις
για να το διαβώ.

Να το διαβώ και να σε ξεχάσει
ο νους και η καρδιά να ησυχάσει.

Κι εσύ, καϋμέ μου, μη μ' ακολουθείς.

Γύρνα σελίδα.
Καρδιά μου βρες πυξίδα.
Στης θύμισης το κύμα μη χαθείς.
Δε θα σου φέρει
ποτέ κανένα αστέρι
τα μάτια που να δεις επιθυμείς.

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Το Ταγκό του Χωρισμού

Είναι Απρίλιος του 2008 σε μια συνηθισμένη μέρα ρουτίνας που πηγαίνω στην νέα μου δουλειά ως αποθηκάριος. Ακούω στο ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο ένα ταγκό, γράφω λοιπόν κι εγώ ένα δικό μου κατασκευάζοντας μία ιστορία.

Ναι, σ' αγαπώ.
Καλύτερα όμως να φύγεις.
Σ' ένα κενό,
τώρα θα ζήσω εγώ.
Πώς να στο πω;
Μ' αυτή την αγάπη με πνίγεις.
Σ' ευχαριστώ
όμως τελειώνουμε εδώ.

Σε διώχνω καλή μου από την ζωή μου
κι ας είσαι η ζωή μου εσύ.

Δεν έχω τον χρόνο πια
να γράφω τραγούδια για σένα.
Τώρα ξεχνιέται η καρδιά
σε ώρες δουλειάς και στο ψέμα.
Δεν έχω τον χρόνο πια.
να γράφω τραγούδια γι' αγάπη.
Μονάχος στο δάκρυ
κι εσύ ένα κομμάτι
αλλουνού ουρανού.

Ναι, σ' αγαπώ
και στ' όνειρο μέσα τη νύχτα,
θ' αναζητώ
ότι να ζω δεν μπορώ.
Κι αν δε σε δω
στου στέλνω απλά καληνύχτα
και μένω εδώ
στης άδειας ζωής το ρυθμό.

Δουλειά, υποχρεώσεις, αγάπη σε δόσεις
και ότι να σώσεις μπορείς.

Δεν έχω τον χρόνο πια
να γράφω τραγούδια για σένα.
Τώρα ξεχνιέται η καρδιά
σε ώρες δουλειάς και στο ψέμα.
Δεν έχω τον χρόνο πια.
να γράφω τραγούδια γι' αγάπη.
Μονάχος στο δάκρυ
κι εσύ ένα κομμάτι
αλλουνού ουρανού.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Ατλαντίδα

Τον Ιανουάριο του 2002 βρίσκομαι στην Κρήτη για δουλειά που τελικά απέτυχε. Δύσκολος καιρός. Έχω τον χρόνο εκεί να αναπολήσω, να νοσταλγήσω... Γράφω αυτό το τραγούδι για την αγάπη και για την παλιά ζωή την οποία από τότε ξεχνώ οριστικά και βγάζω από την σκέψη μου. Είναι και το τελευταίο τραγούδι μου για χρόνια. Η ρουτίνα επικρατεί και η έμπνευση πεθαίνει.

Κι έγινες, λοιπόν, μια Ατλαντίδα.
Κι έγινε κι η γής Ατλαντικός.
Βούλιαξες μες τα βαθεια νερά του,
ερημιά στην επιφάνειά του.
Μονάχα η μέρα αλλάζει κι ο καιρός.

Κι έγινε η ζωή μου ένα καράβι
και σαν πέφτει η νύχτα ξεκινώ
μ' ένα τραγουδάκι π' αγαπούσες
και με την συνήθεια που μισούσες
τη χαμένη Ατλαντίδα μου να βρώ.

Ξέρω είναι μάταιο να ψάχνω.
Πως ο βυθός θά' ναι πάντα βυθός.
Την Ατλαντίδα, ξέρω, δε θα βρω ποτέ μου
μονάχα τα όνειρα στο κύμα θα τη φέρνουν
για να χαθεί ξανά στο πρώτο φώς.

Σ' ένα από τ' άσκοπα ταξίδια
την καρδιά μου έσχισε η σιγή.
Για πάντα μέσα στο νερό την πέταξα.
Χτυπώντας χάθηκε βαθειά μα έλπισα
πως ίσως η Ατλαντίδα την καρδιά μου βρεί...

Παρατήρηση

Φωνή αγανάκτησης για όλους εμάς που μη θέλοντας ή μπορώντας να κάνουμε κάτι απέναντι στο ανθρωποφάγο σύστημα που μας κρατά δέσμιους της κακομοιριά μας και μας θρέφει με εικόνες και φτηνά συναισθήματα, κρατώντας μας νωθρούς, υποτάσσουμε τις συνειδήσεις μας στην αδυναμία. Οι πρώτοι στίχοι είχαν γραφτεί στο Γυμνάσιο. Τώρα είναι 2001 και έχω λόγο πια να το τελειώσω.

Κλαις, φωνάζεις
συνθήματα γραμμένα από άλλους για σένα.
Καις, σπαράζεις.
Είσ' ένα ψάρι που να ζήσει δεν του κάνουν τη χάρη.
Μα πες μου πως θα φύγεις,
θα σπάσεις τα δεσμά σου, απ' αυτούς να ξεφύγεις
αν φοβάσαι
ν' αντιτάξεις στον εχθρό σου τον εαυτό σου. 

Όμως μένεις
βουβός μπροστά στα τέρατα αυτής της γεένης
να θαυμάζεις
των όλων τους αφέντες και οθόνες κοιτάζεις
που σου δείχνουν
τα όσα θα μπορούσανε σε σένα να τύχουν
και ξορκίζεις
το ότι σε πληγώνει και μένεις πιόνι.

Μπρος στη δίνη
πετάς τα όνειρά σου μέσα σ' ένα καμίνι 
για να ζήσεις
χωρίς να δίνεις στόχο και χωρίς αναμνήσεις.
Και ποτέ σου
κανείς μη σε σηκώσει από τον καναπέ σου
ώσπου σβήσεις
μπροστά στο βίντεό σου στα εκατό σου.

Οργή

Είναι περίοδος αποχής και σιωπής. Νιώθω αδύναμος και μικρός. Δουλεύω σε ξενοδοχεία προσπαθώντας να κάνω κάτι στη ζωή μου. Παρακολουθώ το παγκόσμιο σύστημα να επιβάλεται με το ψέμα στους λαούς και τις ψυχές. Τρομοκρατία, πόλεμοι, κοινωνίες που σκύβουν. Τελευταία αναλαμπή αντίστασης, η Γένοβα το 2001. Μετά από αυτό, γράφω την "Οργή" σπάζοντας την σιωπή προσωρινά.

Σαν σου μιλώ στα μάτια να με κοιτάζεις
κι αλλού το βλέμμα σου, δειλέ, μη γυρίζεις.
Έζησες παίρνοντάς μου όνειρα κι αίμα
και τώρα κάνεις ότι δε με γνωρίζεις.

Με λένε Πρίστινα, με λένε Καμπούλ.
Με λέν Σαράγεβο, Σαντιάγο κι Αθήνα.
Με λένε Κούβα, Αμμόχωστο, Αφρική, Βιετνάμ.
Με λέν Βαγδάτη, Παλαιστίνη και Χιροσίμα.

Μέσα στον ύπνο σου θα γίνω εφιάλτης,
στα βήματά σου, της κατάρας οι δρόμοι.
Η Οργή θα σβήσει μόνο στο σβήσιμό σου.
Μες την ψυχή μου έχει πεθάνει η συγγνώμη.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Δεν θα τραγουδώ

Είναι 26 Οκτωβρίου 2000. Ξημερώματα γυρίζω από τη δουλειά στα McD και σκέφτομαι ότι τίποτα δεν έχει πάει όπως το ονειρεύτηκα. Είμαι ένας δέσμιος των υποχρεώσεων και των "πρέπει" της ζωής. Έχω βαρύνει, ξαναρχίσει το τσιγάρο, έχω αφεθεί στην χαλάρωση της τηλεόρασης, του ίντερνετ, του φαγητού... Γράφω το τελευταίο μου τραγούδι πριν ακουλουθήσει μία μακρυά περίοδος γενικής σιωπής.

Μια ομίχλη απόψε το φεγγάρι σκεπάζει.
Τις σκέψεις καπνίζω μοναχός στο περβάζι.
Σκέφτομαι εσένα, τα όσα έχω ζήσει
κι όλους εκείνους που έχω αγαπήσει,

και με πιάνει ένα κλάμα που τη νύχτα ταράζει
κι ως σκορπά ο καπνός μου, πιο πολύ σκοτεινιάζει.
Κι όλο θολώνει και το μυαλό μου
σ' αυτό το ταξίδι στο παρελθόν μου.

Πλέον δεν θα τραγουδώ για μεγάλες αγάπες,
για ατέλειωτα όνειρα, γεμάτα αυταπάτες.
Πλέον δεν θα τραγουδώ για τα οράματά μου.
Τέλος πια στα όνειρά μου εδώ.
Πλέον δεν θα τραγουδώ...

Και παρακαλάω να ξεθωριάσουν
οι αναμνήσεις και σβήσουν
μήπως έτσι ξεχάσω.
Να μη σε θυμάμαι, να μη σ' αγαπάω,
να μη μάθεις ποτέ σου πόσο ακόμα πονάω.

Κι αυτό το ποτήρι όλο γεμίζει κι αδειάζει
μα η θύμισή σου δεν ξεθωριάζει.
Τον ύπνο στα μάτια η νύχτα μου ρίχνει
και στο φεγγάρι αυτή την ομίχλη.

Το Νανούρισμα του Βαγγέλη

Τον Οκτώβρη του 1999 γεννιέται ο Βαγγέλης, το πρώτο μας παιδί που μας δίνει πολλή χαρά και επιπλέον ευθύνες. Η Δέσποινα αποδεικνύεται εξαιρετική μαμά. Τον Αύγουστο του 2000 τον νανουρίζω και αυτοσχεδιάζω το παρακάτω.

Ο μικρός Βαγγέλης θα κοιμηθεί
και μεσα στον ύπνο θα ονειρευτεί
πως μέσα σε ένα περβόλι μια κοπελιά
τονε καρτεράει στην αγκαλιά.

Όμως ο Βαγγέλης ξερει καλά
πως η ζήσου του έιναι στα πέλαγα
και στης Γης της τέσσερις μεριές,
στους ανέμους και στις ξαστεριές.

Έλα ύπνε πάρε το,
σε λιμάνι βγάλε το.
Σ' ένα λιμάνι φωτεινό
πού 'χει για φάρο ένα σταυρό.

Το μωρό μας θα κοιμηθεί
μες την αγκαλιά μου θα ξεχαστεί.
Κι όσο θα κοιμάται θα το θορρώ
και σα θα ξυπνήσει θα το χαρώ.

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Δεν θα ξεχάσουμε

Σεπτέμβριος 1999. Η μάνα μου, μού έχει δώσει μία παλιά της φωτογραφία ξεφτισμένη. Αφού την επιδιόρθωσα και την χρωμάτισα, έγραψα επάνω και αφιέρωσα αυτό το τραγούδι που παρέμενε ημιτελές από το Λύκειο.

Δεν θα ξεχάσουμε τα παιδικά μας όνειρα,
τις παλιές μας ζωγραφιές δε θα πετάξουμε,
τους τοίχους τους γραμμένους δε θα σβήσουμε,
θα μεγαλώσουμε κι εμείς μα δε θ' αλλάξουμε.

Δεν θα ξεχάσουμε τα παιδικά μας όνειρα,
τα ξύλινα σπαθιά μας δεν θα κάψουμε,
τα παλιά βιβλία δεν θα σκίσουμε,
κι αν μας χωρίσει η ζωή θα ξανασμίξουμε.

Δεν θα ξεχάσουμε τα παιδικά μας όνειρα,
τα κλάματα, τα ματωμένα γόνατα,
τις γρατζουνιές ποτέ δεν θα σκεπάσουμε
και δεν θα πλύνουμε τα χέρια απ' τα χώματα.

Δεν θα ξεχάσουμε τα παιδικά μας όνειρα,
το πρώτο ραντεβού, τα πρώτα δάκρυα,
κι αν όσοι μας αγάπησαν ξεχάσουνε
τα όνειρα εμείς θα τα φυλάξουμε...

Όπως τα λες

Η απογοήτευση. Μέχρι εδώ μιλούσα, συμμετείχα, αντιστεκόμουν, παρότρυνα... Τώρα νιώθω πολύ αδύναμος. Εξασθενημένος ψυχολογικά, οικονομικά, δέσμιος επιλογών αλλά και συνθηκών, ξεχασμένος από τους παιδικούς φίλους, της παλιά οικογένεια και με νέες ευθύνες στον ορίζοντα δεν έχω διάθεση να παλέψω για παραπέρα. Βλέπω σιγά σιγά σε τι κόσμο θα ζήσω και ντρέπομαι. Γράφω το τελευταίο τραγούδι μου στην Αθήνα. Πλατεία Συντάγματος, Αύγουστος 1999.

Κι αν είν' έτσι όπως τα λές, κι αν είν' αλλιώς
μονάχα λίγη έχει σημασία.
Κι αν μιλάς πολύ ή αν στέκεις βουβός
κάπου αλλού θα γραφτεί η ιστορία.

Κι αν είν' έτσι όπως τα λές κι αν έιν' αλλιώς
τι πασχίζεις να τα μάθουνε κι οι άλλοι.
Εκείνοι που έχουν ιερό κι ιδανικό
τα λεφτά και για θεό ένα κανάλι.

Κι αν είν' έτσι όπως τα λές, τι τα θές;
Λόγια είναι θα τα πάρει κάποιο αγέρι
κι εσύ πάντα φουκαράς, ρομαντικός,
την αλήθεια θα γυρεύεις σ' άλλα μέρη...

Κι αν είναι έτσι... κι αν είν' αλλιώς...

Σταθμός Φορτώσεως Ονείρων

Στην Πλατεία Συντάγματος Ιούλιος 1999. Αντιλαμβάνομαι τη θέση του μέσου ανθρώπου στο σύστημα και την απροθυμία για αντίδραση. Είναι η εποχή της επερχόμενης κομποστοποίησης ψυχών και της παγκοσμιοποίησης. Οργισμένος και ειρωνευόμενος, ακόμα και μένα γράφω στα τραπεζάκια του Everest δίπλα σε ένα κοριτσάκι 16-17 ετών που όλο σημειώνει σε μία ατζέντα, το ποίημα αυτό. Αργότερα διαπίστωσα ότι το κοριτσάκι σημείωνε ώρες για βίζιτες.

Σ' ένα σταθμό φορτώσεως ονείρων μου βρήκες μια δουλειά.
Νά 'σαι καλά, νά 'σαι καλά!
Με βόλεψες που χρόνια έψαχνα και τώρα ησύχασα.
Νά 'σαι καλά!

Σ' ένα σταθμό να κουβαλώ ελπίδες μ' ένα φορτηγό.
Τόσα θα ιδώ, τόσα θα ιδώ!
Πριν ήμουν ένας άνεργος και τώρα αφεντικό.
Τόσα θα ιδώ!

Με πόσο σεβασμό φορτώνω την πραμάτεια για να μεταφερθεί
στη χωματερή, στη χωματερή.
Για μένα αυτό είν' ευθύνη, υπόθεση ιερή.
Στη χωματερή...

Λίγο ψωμί και εικόνες μπόλικες στην τηλεόραση.
Καλή τιμή, καλή τιμή.
Γι' αυτά χιλιάδες όνειρα βγαίνουνε στο σφυρί.
Καλή τιμή.

Σ' ένα σταθμό φορτώσεως ονείρων μου βρήκες μια δουλειά.
Νά 'σαι καλά, νά 'σαι καλά!
Σήμερα φόρτωσα και τα δικά σου όνειρα για πέταμα.
Νά 'σαι καλά...

Πρίστινα. Αργότερα...

Οι βομβαρδισμοί του Κοσόβου από τις ΗΠΑ το 1999 οριστικοποιούν την αλλαγή στον τρόπο που σκέφτομαι. Δεν είμαι πια ο ίδιος μετά τα όσα βλέπω με τα μάτια μου. Στις 10 Ιουνίου ο πόλεμος τελειώνει και εγώ γράφω στην Πλατεία Συντάγματος αυτό το φιλειρηνικό τραγούδι. Έχω πια συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορώ εγώ να αλλάξω τον κόσμο και αρχίζω να αντιλαμβάνομαι το παγκόσμιο σύστημα.

Γνώρισα κάποιο κορίτσι σ' ένα μπαρ της πόλης.
Δουλεύει χρόνια εκεί μέσα και είναι εικοσιένα μόλις.
Απόρησα που είχε κέφι τόσο κουρασμένη.
-Σε λίγο, είπε, σχολάω. Μια ωρίτσα μένει.

Μου μίλησε για κείνη, για τα όσα είχε ζήσει,
για τα προβλήματά της που έψαχνε να λύσει.
Με κέρασε και κατιτίς για να πιω, λέει, στην υγειά της
και μου μιλούσε για οράματα και για τα όνειρά της.

Μικρό κορίτσι κοίταξε στα χέρια μου το αίμα,
για κοίταξε καλύτερα στα μάτια μου.
Τη θλίψη δες μεσα στο τρομαγμένο βλέμμα
και την οσμή καμμένου στα μαλλάκια μου.

Σχόλασε και την πήγα μέχρι εκεί που μένει.
Για ένα αγόρι μου μίλησε που νά 'ρθει περιμένει.
Θα χτίσουνε μαζί ένα κόσμο καλύτερο κι ωραίο.
Έχουν, λέει, τη θέληση κι αυτό ειν' πολύ σπουδαίο.

Μα για την ώρα πειμένει, δουλεύει για το σήμερα.
-Μονάχα μέχρι να τελειώσει και νά 'ρθει από τα σύνορα.
-Εμείς είμαστε, είπε, των κόσμων πνοή και γέφυρα.
Μια θλίψη ξάφνου μ' έπιασε, της χαϊδεψα το χέρι κι έφυγα.

Έφυγες

Ιούνιος 1999. Έχοντας βρει δουλειά ως διευθυντής στα McDonald's που πρόκειται να ανοίξουν στη Ρόδο, φεύγω για εκπαίδευση 2 μήνες στην Αθήνα. Έχει αρχίσει και είναι έντονη η νοσταλγία για τις ρίζες μου. Το ποίημα αυτό είναι η τελευταία απόπειρα αισιοδοξίας.

Έφυγες πάλι κι απόψε
κι έμεινε άσπρο το χαρτί
και πάλι με τρώει το "γιατί".
Αχ, πόσο πονάω απόψε!

Έφυγες πάλι καλή μου
και μείναν τα χέρια μου αδειανά.
Κι έμεινα να θυμάμαι τα παλιά.
Αχ, πόσο σε θέλω καλή μου!

Κάθε νύχτα λείπεις.
Τ' ατέλειωτα βράδυα που μόνος περνώ.
Κάθε νύχτα κρύο.
Σ' ένα άδειο δωμάτιο μονάχος γερνώ.

Έφυγες πάλι και τώρα
είναι η θλίψη πιο βαθειά
μα θα τη σβήσει η μαχαιριά
ως σβήνει ο ήλιος την μπόρα.

Άχτι με το F/B Milena

Τον Μάρτιο του 1999 τυχαίνει και ταξιδεύω για Ηράκλειο με το "Μιλένα", το καράβι που με έφερε στη Ρόδο. Το τοπίο στην ζωή μου είναι θολό, η Δέσποινα εγκυμονεί τον Βαγγέλη μας, δουλειά δεν έχω βρει, οι ευθύνες μου σχεδόν με γονατίζουν. Ταξιδεύοντας βγάζω στο χαρτί ένα άχτι.

Εσύ που με πήρες μακρυά της,
εσύ γύρνα με κοντά της!
Τι σού 'φταιξε, ρε, η νιότη μου;
Σειρήνα στερνή και πρώτη μου.

Μη μου καπνίζεις τα φουγάρα σου!
Αναίσθητο! Κι εσύ κι η φάρα σου...
Είχα ανθρώπους π' αγαπούσα
και μιαν αγάπη Αρετούσα.

Χάρτη στη γέφυρα δε βρήκα
και από τη ρότα βγήκα.
Τιμόνι, ρε, γιατί δεν είδα;
Και πού είχες κρύψει την πυξίδα;

Για όλ' αύτά που έχασα
και για όλους που με ξέχασαν
λούσα, σαλόνια, και καμπίνες,
όλα να τά 'δεις λαμαρίνες.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Και τώρα τι;

Μετά τον γάμο μου με την Δέσποινα τον Νοέμβριο, βρίσκομαι με πολλές ευθύνες και με νέες συνθήκες ζωής. Τα σχέδια και όνειρά μου μέσα σε ένα μήνα σβήνουν κάτω από την μπότα της ανεργίας και του τρόπου ζωής και σκέψης στη Ρόδο. Νιώθω βαλτωμένος και έρημος. Δουλεύω όπως - όπως σε ένα ξενοδοχείο, νύχτα στην ρεσεψιόν. Γράφω αυτό στις 20 Δεκέμβρη 1998.
Και τώρα τι;
Τώρα που έφυγε το πλήθος.
Τώρα που έμεινες μονάχος.
Και τώρα τι;...

(Και τώρα τι!!;)
Ποιος θα σ' ακούσει να φωνάζεις.
Το μέλλον σου να ετοιμάζεις.
Και τώρα τι;...

(Και τώρα τι!!;)
Τώρα σου μείνανε τα χέρια.
να ζεις μ' αυτά μέρα τη μέρα.
Και τώρα τι;...

(Και τώρα τι!!;)
Να μην ορίζεις τη ζωή σου.
Να μην αξίζεις το φαϊ σου.
Και τώρα τι;...

(Και τώρα τι!!;)
Διάλεξες ένα δρόμο λάθος
κι ο άνθρωπός σου δίχως πάθος.
Και τώρα τι;...

(Και τώρα τι!!;)
Ψάξε για λούσα στα σκουπίδια
και μες τους κάδους για μπακίρια.
Και τώρα τι;...

(Και τώρα τι!!;)
Τώρα θα πρέπει ν' αποδείξεις..
πως τη φωτιά..
μπορείς ν' αγγίξεις....
Και τώρα...
τι!!...

Πες μου

Τους τελευταίους μήνες της θητείας μου νιώθω αδικημένος και σχεδόν φυλακισμένος από την ίδια μου την πατρίδα. Την ίδια ώρα που εγώ έχω υπηρεσία, στην τηλεόραση βλέπω να χτυπάνε την μάνα μου στα επισόδεια για την καθιέρωση του ΑΣΕΠ. Εκείνη τη νύχτα για να ηρεμήσω τελειώνω ένα άσχετο τραγούδι που είχα αρχίσει στο Λύκειο. Σεπτέμβριος 1998.

Πες μου τι 'ναι αυτό που τόσο σε καίει
τι 'ναι αυτό που τόσο ζητάς.
Πές μου αν αξίζει τον εαυτό σου
έτσι άδικα να σκορπάς.

Πές μου ποιος σου είπε την ευτυχία
αγοράζεις με τρεις δραχμές.
Ποιος σε έπεισε πως με λίγη σκόνη
θεός τις νύχτες γίνεσαι, λες.

Και θες
να φύγεις να ξεφύγεις ζητάς.
Πονάς
μα όμως δε γυρίζεις στο χθες.

Σαν σ' ένα τρενάκι του τρόμου επιβάτης
σ' έναν ίλιγγο μέσα ζεις
κι απ' τα όνειρά σου το πιο σπουδαίο
ειν' άμα ζωντανός βραδυαστείς.

Μοναχός σου τώρα στην ανηφόρα
σε κάθε βήμα σου θα πονάς
ώσπου νά 'ρθει κείνη η στιγμή που προσμένεις
νικητής στο φως να γυρνάς.

Και θες
να φύγεις να ξεφύγεις ζητάς.
Πονάς
μα όμως δε γυρίζεις στο χθες.

Επιστροφή

Η "Επιστροφή" είναι το δεύτερο τραγούδι που έγραψα στο F/B Ρέθυμνο στις 10 Γενάρη 1998. Η πρώτη στροφή ήταν ήδη γραμμένη από τον καιρό της Γλασκώβης και η μετάθεσή μου στην Κρήτη έδωσε αφορμή να το τελειώσω. Μελοποιήθηκε σε κάποια βραδυνή υπηρεσία μου στη ΣΕΑΠ.

Φοβάσαι λές
τους χωρισμούς, τις μακρυνές τις θάλασσες.
Την ξενητειά
πού 'χει κρατήσει τα καλύτερα παιδιά
κοντά της.

Ερχόμουνα
και πριν σε δω σ' ένα σταθμό χανόμουνα
κι έμενε πια
μόνο ο ήχος που χτυπάνε τα κουπιά
στο κύμα.

Μόνος εκεί
πέρασα δύσκολη ζωή, μοναδική.
Δε νίκησα
μα ούτε νικήθηκα και τώρα γύρισα
να μείνω.

Νόστος

Τον Γενάρη του 1998 παίρνω μετάθεση από το Μεσολόγγι για την Κρήτη για τους υπόλοιπους 10 μήνες. Είναι η πρώτη μου επιστροφή ύστερα από 4 χρόνια απουσίας και έμελλε και η τελευταία. Μέσα στο ιστορικό F/B Ρέθυμνο, γράφω με ταραχή τον Νόστο και την Επιστροφή. Είναι μια αποτύπωση μιας αγάπης για την Κρήτη που δεν ήξερα ότι κρύβω. Ίσως και εξιδανίκευση. Η σημείωση στο τέλος ήταν μέρος του έργου.

Είσαι μια φορτέτσα που δεν κουρσεύγεται
μόνο τις πόρτες της ανοίγει όπου αγαπήσει.

Αϊτοφωλιές που κρατούν τα μετερίζια σου
και δέρνει το κύμα τα ριζοχαράκια σου.

Ω, πόσο γλυκιά η επιστροφή!
Να ξαναϊδώ τον ήλιο να προβάλει
πίσω από τις πολεμίστρες
που οι ζωές τόσων παληκαριών
αγάπησαν και πόθησαν...

... και τα μαλλιά σου που τα παίρνει
σαν παντιέρες τιμής ο ζεστός νότος.

Όλα μου έδειχναν το Νότο, το "πίσω". Και μιαν αγάπη που θέλησε να με δέσει στην ξενητειά και αυτή μου έδειχνε το Νότο. Όταν τη φιλούσα στα χιόνια της Γλασκώβης, στο Κάστρο του Εδιμβούργου, τα μαλλιά της κυμάτιζαν και μού 'δειχναν το Νότο. Τον τόπο που με περίμενε.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Προδοσία

Έίναι ένα τραγούδι που είχε αρχίσει πολύ παλιότερα όταν ήμουν ακόμα με την Δήμητρα. Έχει αφορμή μια πολύ πιο ασήμαντη συναισθηματική παρέκλιση από αύτή που περιγράφει όμως η αθωότητα της ηλικίας την είχε δραματοποιήσει μέσα στο μυαλό μου. Με αφορμή την επικοινωνία μας τον Οκτώβρη, το τελείωσα τον Δεκέμβριο του 1997.

Είδα κάποια που σου έμοιαζε στα μάτια.
Το φιλί της κι η μορφή της με μαγεψαν
και αρνήθηκα για κείνη τ' ονομά σου.
Είπα πως δεν σε είχα ξαναδεί.

Για μιαν άλλη που 'χε κάτι απ' τη μορφή σου,
για ένα χάδι στο σκοτάδι σε πρόδοσα.
Κι έχασα μία ζωή για ένα βράδυ,
για μια νύχτα σε μια ξένη αγκαλιά.

Τώρα μόνος μια συγγνώμη ζητιανεύω
μα γνωρίζω, δεν αξίζω να σε ξαναβρώ.
Κάηκε πια ο έρωτας στην προδοσία
όπως καίγεται ο ανθός στην παγωνιά.

Στην Τουρλίδα. Νυχτερινό Περίπολο.

Στο Μεσολόγγι, Διευθυντής του 937 ΣΤΓ. Με πιάνει μια νοσταλγία για την Δήμητρα που αγνοώ 4 χρόνια. Στην γιορτή της καταφέρνω να τη βρώ στο Brighton αλλά τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Γράφοντας αυτό το τραγούδι (η ιστορία της σχέσης μας στην ουσία) σε μία υπηρεσία περιπόλου, κλείνει αυτή η παρένθεση. Είναι πάντως η πρώτη φορά που το μυαλό μου ξεστρατίζει από τον δρόμο που έχει διαλέξει. 26 Οκτωβρίου 1997.

Απ' την ανατολή ξεχύθηκε η Άρκτος
στ' απέραντο μάυρο, στο αιώνιο κενό.
Εφτά μικρές φωτιές με ζώσανε πού 'χα
το βλέμμα μου παρμένο, το νού μου χαμένο.

Κι έπεσε τ' άστρο το πρώτο πάνω μου
κι είδα να ντρέπομαι να σου το πώ.
Σε αγαπούσα αλλά σου τό 'κρυβα.
Γιατί άραγε, γιατί αραγε;

Κι έπεσε το δεύτερο άστρο πάνω μου
κι ένιωσα το φιλί σου το ζεστό.
Στα μάτια σου βυθίστηκα και ρίγησα.
Τα μάτια σου, τα μάτια σου!

Κι άλλο αστέρι έπεσε πάνω μου
κι είδα τον Ήλιο το βασιλιά
να γονατίζει μπρος την αγάπη μας.
Αυτός ο έρωτας, αυτός ο έρωτας!

Το τέταρτο άστρο έπεσε πάνω μου
κι ακούστηκε κρότος τρομαχτικός
και γίνηκες νύχτα, σε πήρε η άβυσσος.
Καρδιά που τσάκισε κι εγώ που ράγισα...

Τ' άστρο το πέμπτο έπεσε πάνω μου
κι απλώθηκε παντού σιωπή.
Μόνο από μέσα μου κλάμα ακουγότανε
σαν μελωδία, σαν μελωδία...

Κι έπεσε το έχτο το άστρο επάνω μου
κι είδα να ψάχνω να σε βρω
κι όταν σε βρήκα δε με θυμήθηκες.
Πόσα θα πέρασες, πόσα θα πέρασες...

Ήσουν εσύ τ' αστέρι το έβδομο.
Ήταν η ανάσταση κι ο γυρισμός.
Με μια λαχτάρα τα χέρια άπλωσα
όμως δεν έπεσε, όμως δεν έπεσε...

Gergovia (*)

Έχοντας αφήσει το ωδυνηρό Λουτράκι, σταματώ και θυμάμαι την πορεία της ζωής μου την γράφοντας τη Ζεργκόβια. Αυτοηρωποιούμενος που έχω καταφέρει να έχω έρθει ώς εδώ νικητής αλλά εξαντλημένος ανησυχώντας για κάποια επερχόμενη ήττα. Ιούλιος 1997. Στον ποιητή Γιώργο Μακράκη.

Καθένας γυρεύει να πάει εκεί
που τις μεγάλες μάχες της ζωής του έδωσε
σαν πέφτει η νύχτα και νοσταλγεί
νά 'βρει, να θυμηθεί ξανά όλα όσα έζησε.

Τότε που μόνος εστάθη ομπρός
στις λεγεώνες του Καίσαρα που ποτέ δε φοβήθηκε
και πήρε τον δρόμο του γυρισμού νικητής
κι ας έγραψε η ψεύτρα η ιστορία ότι νικήθηκε.

Αφήσαμε στο χώμα νεκρή την τιμή
και την σηκώσανε ψηλά δέντρα αιωνόβια.
Πάντα θυμάμαι τις μέρες εκεί
που έζησα μαζί σου την δική μου Gergovia.

(*) Gergovia: Αρχαία πόλη της Γαλατίας όπου οι Γαλάτες το 52 π.Χ. υπό τον Βερσισεντορίξ κατάφεραν την τελευταία ηρωική αλλά και πύρρειο νίκη τους κατά των Ρωμαίων πριν τελικά υποδουλωθούν.

Σε παρακαλώ φεγγάρι

Μπερδεμένο και αυθόρμητο τραγούδι, γραμμένο στις σκοπιές του Μαρτίου 1997 για την Δέσποινα. Έχω αρχίσει να έχω περισσότερη αισιοδοξία αφού μας βάλανε δεύτερο καρτοτηλέφωνο στο στρατόπεδο σε απόμερο μέρος και μπορώ να το σκάω να της μιλάω. Το έχει ακούσει μόνο ο καλός φίλος (τότε συνάδελφος) Γιώργος Παπαδάκος.

Σε παρακάλώ φεγγάρι
σου ζητάω μία χάρη,
αμα ιδείς το Δεσποινιό μου
φέρε μου το στ' όνειρό μου.

Νά 'μαστε μαζί τα βράδυα
που φοβάται στα σκοτάδια.
Να 'ρθε πάνω μου να γείρει.
Αχ, φεγγάρι μου, κάνε μου τό χατήρι.

Σε παρακαλώ φεγγάρι,
της νυχτιάς μαργαριτάρι,
να χαρείς τ' άστρα που έχεις,
την καρδιά μου να προσέχεις.

Γιατί είναι μακρυά μου
κι είναι άδεια η αγκαλιά μου.
Ρίξε ζάρι και θα χάσεις.
Να σου δώσω μιά, ψέυτη ντουνιά να σπάσεις.

Σε παρακαλώ φεγγάρι
δέσε τη μ' ένα ζωνάρι
στο κατώφλι, στην αυλή της,
να μη δώσει το φιλί της.

Αχ, φεγγάρι, έλα φέξε.
Τα μαλλιά της κότσο πλέξε,
πέρασέ της δαχτυλίδι
κι ένα αστέρι στα μαλλιά της για στολίδι.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Λουτράκι

Λουτράκι 17 Φλεβάρη 1997. Στην σκοπιά της Γεφυροποιίας, φάτσα στον Ισθμό, 12 - 02 π.μ. έγραψα το τραγούδι αυτό. Είναι μία περίοδος απογοήτευσης και δοκιμασίας. Η μοναξιά κυριαρχεί. Το κακό πρόσωπο του Στρατού. Το κακό πρόσωπο της Ελλάδας.

Νύχτωσε κι απόψε και φυσάει.
Νυχτερινή δώδεκα - δύο στο Λουτράκι.
Κρέμασμένο τ' όπλο μου στο πλάι,
φυσώ στις χούφτες μου να ζεσταθώ λιγάκι.

Ραδιόφωνο πικρή παρέα
κι ένα σκυλί γαυγίζει στο φεγγάρι.
Συρματόπλεγμα στα πέντε μέτρα
κι απέξω τ' όνειρο που μού 'χουν πάρει.

Κι ως έρχεται τ' αγιάζι στην σκοπια
φέρνει μια παγωνιά κι εσύ 'σαι μακρυά μου.
Κι ως σκίζουν τον Ισθμό τα ρυμουλκά,
μαχαίρια εμένα σκίζουν την καρδιά μου.

Κι ονειρεύομαι ένα ταξίδι
που θα με βγάλει πίσω στο νησί μου.
Νά 'ταν Θέ μου η σκοπιά καράβι
και τ' όπλο μου τιμόνι και πανί μου.

Τραμουντάνα

Μετά από 30 μέρες στο ΚΕΜΧ του Ναυπλίου παίρνω μετάθεση για την Σχολή Μηχανικού στο Λουτράκι. Αποκλεισμένος στο Λακκί της Λέρου για 2 μερες λόγω κακοκαιρίας, γράφω αυτό το νησιώτικου ύφους τραγούδι. Με έχει επιρρεάσει πολύ το ναυάγιο του πλοίου "Δύστος" και η μοναξιά που νιώθω μακρυά από τη Δέσποινα. 29 Δεκέμβρη 1996.

Μ' έριξε το κύμα της αγάπης σου
πάνω στο κορμί σου, το παλάτι σου.
Κι έγιναν τα χείλη σου μουράγιο μου
κι η αγκάλη σου λιμάνι απάγιο μου.

Φύσιξε αγέρας, φύσιξε βοριάς
και τ' άσπρο πανί μου σκίστηκε με μιας.
Γύρεψα λιμάνι για να λυτρωθώ,
κάβο κι απανέμι να ξεκουραστώ.

Κι είναι η καρδούλα μου αποκλεισμένη
μες τ' αγκυροβόλι των ματιών σου αραγμένη.
Να κοπάσει περιμένει η τραμουντάνα
που της φύσηξαν καποια βραδιά, δυο μάτια πλάνα.

Η Παλιά Γειτονιά

Οκτώβρης 1996. Επιστρέφοντας από τη Σκοτία, πριν φύγω φαντάρος, μου έχει λείψει η Κρήτη. Κουρεμένος κάνω ένα σύντομο ταξίδι εκεί μαζί με την Δέσποινα και μένω στου παππού Σοφοκλη. Το δικό μας σπίτι έχει ρημάξει. Εκεί αρχίζω να γράφω το νοσταλγικό αυτό χασάπικο που όμως δε θα τελειώσω παρά 12 χρόνια αργότερα.

Πήγα χθες το βράδυ στο φτωχόσπιτο
πού 'χα στην παλιά μου γειτονιά
κι ένιωσα στην νύχτα τον αυλόγυρο
σαν της Μάνας μου την αγκαλιά.

Πήγα χθές το βράδυ μ' ένα βήμα αργό
να ξανάβρω εκείνο το παιδί
π' άφησα πριν χρόνια στο φτωχόσπιτο
κι έφυγα για μιαν άλλη ζωή.

Πόσα βράδυα και ξενύχτια, πόσα όνειρα τρελά
κάναμε μετρώντας τ' άστρα στην παλιά μου γειτονιά.
Με τους φίλους μας τα βράδυα με κιθάρες βγαίναμε
και τραγούδια της αγάπης στις κοπέλες λέγαμε.

Τώρα πια περνώ το βλέπω έρημο, κλειστό
το παλιό μου το φτωχόσπιτο.

Κάθισα σε μια άκρη κι αναπόλησα
όμως δεν το βάσταξα πολύ
κι ένα δάκρυ εκύλησε σα να πότιζε
τα ξερά λουλούδια στην αυλή.

Ξάφνου ένα αεράκι γλυκό μ' αγκάλιασε
σαν μια δροσερή παρηγοριά
κι ένας στεναγμός τα σπλάχνα μου λεφτέρωσε.
Σκούπισα τα μάτια κι έφυγα.

Rivers of my dreams

Γράφω σε ένα φίλο από την Μαλαισία (συμφοιτητή μου στην Γλασκώβη) ένα τραγούδι για την χώρα του. Ο φίλος αυτός ένα χιονισμένο βράδυ που πηγαίναμε σε μία pub, με κίνδυνο της ζωής του έσωσε ένα παιδάκι που πετάχτηκε στο δρόμο. Τραγουδήθηκε στο final party των φοιτητών της Μαλαισίας στο Birkberk Court του Πανεπιστημίου. Σεπτέμβριος 1996.

There is a country on the road to the nest of sun.
There is a country on the road to the east.
There is a country that makes me remember, my friend.
There is Malaysia, queen of Asia.

And when the nights I go very tired to sleep
I often dream of the road to the east
and I swim in the rivers of Malaysia, my friend,
and I swim in the rivers of my dreams.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Στην Επιστροφή από το HGC Glasgow

Επιστρέφοντας από την δουλειά μου στο Holiday Inn GC, ένα πρωί του Γενάρη του 1996, είχα μία εμπειρία που δεν θα ξεχάσω. Αργότερα, λίγο πριν φύγω από την Σκοτία, τον Σεπτέμβρη, θυμάμαι και την αποτυπώνω σε αυτό το τραγούδι που αποτελεί την αρχή μιας σειράς αλλαγών στον χαρακτήρα μου, συνέπειες έντονων βιωμάτων. Αφιερώθηκε στους φίλους John Anderson και George McMillan.

Γυρνώ πρωί απ' τη δουλειά, στο δρόμο μου η παγωνιά
μα εγώ γελώ και τραγουδάω τ' όνομά σου.
Μα βλέπω δυο μικρά παιδιά κι όλα αλλάζουν ξαφνικά
γιατί σε κούτες χάρτινες ξεχειμωνιάζουν.

Τα πλησιάζω, τα ρωτώ, τι κάνετε μωρέ εδώ;
Πού είν' ο κύρης σας; Γιατί σας έχει αφήσει;
Το 'να μου έξομολογά, "Μιχάλη, δεν έχω μπαμπά,
μια μοίρα άδικη, κακή μ' έχει γεννήσει".

Περνούσε από 'κει, που λες, κάποιος με μία mercedes,
τον σταματώ και του μιλώ γι' αυτά τα δύο
μ' αυτός μου λέει, ζαμανφού, "έχω επείγον ραντεβού
πέρνα μετά τις 11 απ' το γραφείο".

Κι έμεινα μόνος μου ξανά, εκεί μ' εκείνα τα παιδιά
τι να τους πω δεν ήξερα αυτή την ώρα.
Τ' άλλο μου λέει σοβαρά, "δεν είναι η πρώτη η φορά.
Σ' ευχαριστώ από καρδιάς μα φύγε τώρα".

Στους δρόμους μόνος τριγυρνώ μα όμως τώρα νιώθω αλλιώς.
Πια δεν κοιτώ τα μεγαλεία της Γλασκώβης.
Μόνο το ψέμα της κοιτώ και ντρέπομαι που είμ' εδώ
και βλαστημώ τη μοναξιά αυτής της πόλης...

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Ένα Ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο

Τελειώνω τις σπουδές. Μαζί με τον συμφοιτητή και φίλο Κώστα Ζολινδάκη έχουμε τον πόθο να επιστρέψουμε στην Ελλάδα ταξιδεύοντας με ένα βανάκι όλη την Ευρώπη σταματώντας στον Βόσπορο όπου και θα το παρατούσαμε. Όνειρα... Το ταξίδι δεν έγινε όμως έμεινε αυτό το ζεϊμπέκικο που γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1996.

Ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο
θα 'βγω και θα χορέψω.
Στης πόλης τα στοιχειά θα γνέψω
να βγουν να δούνε εκείνο το χορό.
Ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο.

Θα γέρνει ο ήλιος στου καϋμού το μαχαλά
κι εγώ το άλλο μου μισό θα ψάξω νά 'βρω.
Κι ως θ' ανεμίζει το πουκάμισο το μαύρο
θά 'ναι παντιέρα σ' ένα μπάρκο για μακρυά.
Θα γέρνει ο ήλιος στου καϋμού το μαχαλά.

Μ' ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο
στο στενοδρόμι των φτωχών και των προσφύγων
θα ρίξω βόλτα και μεσάνυχτα θα φύγω
να συναντήσω τις ψυχές τους στο νερό.
Μ' ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο.

Συνείδηση

Αμέσως μετά την δολοφονία του Σολωμού Σολωμού στο οδόφραγμα της Δερύνειας (είχε προηγηθεί κι εκείνη του Τάσου Ισαάκ) σκηνοθέτησα συγκλονισμένος αυτό το μη μελοποιημένο ποίημα νιώθοντας τις τύψεις που μου αναλογούν. Δεκαπενταύγουστος του 1996, στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Λουκά στην Γλασκώβη.

Τιμή και δόξα στα παιδιά που πέσαν για την Κύπρο
και μια ντροπή δυσοδική για μένα να φοράω.

Γιατί εχθές δεν τόλμησα να πιάσω μια σημαία
πού 'ταν πεσμένη, κόκκινη μ' αίμα δικών μου φίλων.

Τιμή και δόξα στα παιδιά που τώρα θα γελούνε
με την κατάντια μου αυτή, μ' αυτή την προδοσία.

Όταν με είδε η μάνα μου εχθές φρέσκολουσμένο
μού 'πε πως έκανα καλά που γύρισα στο σπίτι.

Μα εγώ τους άκουσα κοντά τους πυροβολισμούς τους
που σκότωσαν τους φίλους μου ενώ έτρεχα να φύγω.

Το βράδυ με το τσάι μου πολλές φορές τους είδα
να πέφτουν και να ξεψυχούν στις βραδυνές ειδήσεις.

Αυτή η σφαίρα ρίχτηκε απ' το δικό μου χέρι
και απ' το χέρι των πολλών που δεν είναι κορόιδα.

Εμείς που τρέχαμε εχθές, τ' αμαρτωλά τομάρια
να σώσουμε απ' το λευκό μανδύα των αγγέλων.

Εμείς! Εγώ τους σκότωσα κι ας γελάω τώρα
με τους πολλούς, με τους σωστούς, τους έντιμους προδότες.

Κι αφού κανένας και ποτέ δε θα με τιμωρήσει
στην επομένη ντουφεκιά των Τούρκων ας πεθάνω.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

Λογόστεμα

Μαντιναδοτράγουδο γραμμένο την Άνοιξη του 1996. Τραγουδήθηκε στο τραπέζι του Αρραβώνα του Μανώλη Μαχίνη (ξαδέρφου της Δέσποινάς μου) με την καλή του Νίνα, ως ριζίτικο (της ταύλας) όταν είχα έρθει για λίγες μέρες στην Ελλάδα.

Δροσοσταλίδα εκύλησε και βρήκε το λουλούδι.
Το δρόσισε και τ' άνοιξε κι άπλωσε το μυρούδι.

Κι επέρνα ένας νεαρός να τό 'δει να τ' αρέσει.
Του κηπουρού το εζήτηξε, αλλού να το φυτέψει.

-Αχ, κηπουρέ και δώσ' το μου γιατί πολλά μ' αρέσει
κι απού 'χω όμορφο μπαξέ, θά 'μπει στη μέση - μέση!

-Με την ευκή μου πάρε το γιατί θορρώ τ' αξίζεις
μα με τσ' αγάπης το νερό πάντα να το ποτίζεις.

Καστελλόριζο

Νοσταλγικό τραγούδι που σχετίζεται με αναμνήσεις από μια εκδρομή στο νησί τον Ιούνιο του 1995 παρέα με την Δέσποινα. Γράφτηκε τον Απρίλιο του 1996 στην Γλασκώβη και τραγουδήθηκε στα φοιτητικά γλεντάκια μας. Είναι ο καιρός που ονειρεύομαι αφελώς την ζωή μετά από τις σπουδές και τα χρέη μου.

Μού 'πες κάποιο βράδυ: δεν μπορώ!
Δεν σ' αγαπώ! Θα φύγω πέρα...
Κι έφυγες Σεπτέμβρη, μια βραδιά
κι απόμεινε ένα άρωμα στη μέρα.

Μες την απουσία σου θαρρώ
πως θα σε ιδώ σε μια γωνία
μα τα βήματά σου πουθενά
κι η απουσία μένει απουσία.

Σε περιμένουν μουσική και φωτιές
στο Καστελλόριζο τα βράδια.
Μία αγάπη π' άφησες ορφανή
και μια αγκαλιά που ειν' άδεια.

Αχ, θησαυρέ των ονείρων μου
και φως των ματιών μου
όσο δεν σε έχω αργοπεθαίνω.

Αχ, στα υγρά τα σοκάκια
τραγουδώ να μ' ακούσεις.
Αχ, για σένα ανασαίνω.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

Δέσποινα

Γραμμένο στην Γλασκώβη για την Δέσποινα Κουφαλάκη, μετέπειτα σύζυγό μου, τον Απρίλιο του 1996, στην μπαλαλάικα. Είναι ένα από τα τέσσερα νοσταλγικά τραγούδια εκείνης της περιόδου. Το έχει ακούσει μέχρι σήμερα μόνο ο Mohammad ο συγκάτοικός μου τότε. Είχα δώσει μεγάλη σημασία που αν και προερχόμενος από άλλη κουλτούρα και γλώσσα, του άρεσε πολύ σε σημείο που έμαθε ένα μέρος και το τραγουδούσε μαζί μου.

Μια αγκαλιά όλο αστέρια, μες τα δυο μου χέρια
όταν σε κρατάω σε πίνω και μεθώ.

Βασίλισσα στην καρδιά μου, αχ ομορφιά μου,
μέλι τα χείλη σου, πώς τα ποθώ.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
είσαι θάλασσα, είσαι το φεγγάρι,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
γλυκοχάραμα είσαι κι ένας ήλιος,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Ροδόσταμο το φιλί σου και το κορμί σου
είναι σπαρμένο γαρουφαλιές.

Κι αν μ' αγαπάς λυγαριά μου, μάτια γλυκά μου,
μες την καρδούλα μου να μου το λες.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
είσαι θάλασσα, είσαι το Αιγαίο,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
είσαι άρωμα, αχ κυπαρισσάκι,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Όριο

Γραμμένο στην νυχτερινή βάρδια του Holiday Inn Glasgow αποτυπώνει την κατάσταση που βρισκόμουν στο απόγειο του μοναχικού αγώνα για ένα καλύτερο αύριο με κάπως υπερβολικό μελοδραματικό τρόπο. Μελοποιήθηκε a capella στον δρόμο για την δουλειά. Μάρτιος 1996.

Τραίνα σε παίρνανε κάθε που βράδιαζε
και σε γυρίζανε με την αυγή.
Νύχτες ατέλειωτες στο μεροκάματο,
δεν άντεξες άλλο. Κουράστηκες.

Για ένα αύριο που δεν ξημέρωνε
κάθε που νύχτωνε χανόσουνα.
Νύχτες που σκότωσαν την εφηβεία σου,
δεν άντεξες άλλο. Κουράστηκες.

Κι ότι αγάπησες στη μοίρα του τ' άφησες.
Δεν κοίταξες πίσω, προχώρησες μπρος.
Κι ότι στερήθηκες για πάντα τ' αρνήθηκες
κι έτσι παράτησες τον κόσμο αυτό.

Καμάρι της Καρδιάς

Ένα τραγούδι σε ρεμπέτικο ύφος. Γραμμένο τον κρύο Φλεβάρη του 1996 στο διαμέρισμά μου στον 3-5 πύργο του Pinkston Drive για την Δέσποινα που μου έλλειπε πολύ. Από τότε, το έχει ακούσει μόνο ο τότε συγκάτοικός μου από το Μπαγκλαντές. Ήταν ένα γενικό παράπονο ότι τα τραγούδια μου δεν "έφταναν" ποτέ στα πρόσωπα τα οποία αφορούσαν.

Πάλι θα στο πώ, κυρά μου να το καταλάβεις
πως εγώ δε φεύγω μα θα μείνω πλάι σου.
Μπλέχτηκα στα μακρυά μαλλιά σου, αχ τα μαύρα,
χάθηκα στα μάυρα μάτια σου.

Πάλι θα στο πω, καλή μου, είσ' εσύ για μένα
ότι είναι το βουνό για τον σταυραετό
κι ότι είναι το νερό για τα ψηλά τα δέντρα
είσ' εσύ για μένα το φτωχό.

Γιατί σ' έχω μέσα στην καρδιά μου
κι έρχεσαι κρυφά στα όνειρά μου.
Όμορφο, γλυκό μου, ακριβό μου,
καμάρι της καρδιάς, μελαχρινό μου.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Γράμμα σε ένα παλιό συμμαθητή

Με την αλληλογραφία με 1 - 2 φίλους και την Δέσποινα σπάει η μοναξιά της βιοπάλης που βιώνω σπουδάζοντας στο εξωτερικό. Γράφοντας από την Γλασκώβη στον Κύπριο συμφοιτητή μου Ανδρέα Αναστασίου, στην Χαϊδελβέργη, του έστειλα αυτό το τραγούδι που έγραψα με αφορμή την κρίση στα Ίμια τον Γενάρη του 1996.

Φίλε μου καλέ, παλιέ συμμαθητή μου,
δεν τελειώσαμε εκείνο το παιχνίδι
όπου παίζαμε οι δυο μας στην αλάνα.
Μας διακόψανε οι πυροβολισμοί.

Δεν τελειώσαμε εκείνη την ημέρα.
Με περνούσες ένα τέρμα (το θυμάσαι;)
όμως ήρθαν και μας πήρανε την μπάλα.
Το παιχνίδι μας τ' αφήσαμε μισό.

Σου υπόσχομαι λοιπόν ένα ταξίδι,
ένα απόγευμα σε κάποιο καφενείο
στης Κέρύνειας το ήσυχο λιμάνι
θα κεράσω εγώ γλυκύβραστο καφέ.

Κι ύστερα θα πάμε για να βρούμε
την αλάνα που ματώναμε τα πόδια
να τελειώσουμε εκείνο το παιχνίδι
και να βγούμε και οι δυο μας νικητές.

Βόλτα στο Clyde Riverside

Το πρώτο τραγούδι που έγραψα στη Γλασκώβη σε μια βόλτα στον ποταμό Clyde. Αφού έδωσα λόγο στην Δέσποινα έφυγα εκεί για μεταπτυχιακό. Ήταν ένα απόγευμα Νοεμβρίου 1995 που μου είχε πέσει βαριά η μοναξιά μου μακρυά της. Πλέον το κάθε τραγούδι έχει ένα λόγο που γράφεται.

Νυχτώνει πάλι κι ο ουρανός πήρε να βρέχει.
Λέω να βγω να περπατήσω στη βροχή,
χωρίς ομπρέλα, έτσι για να μ' αγκαλιάσει,
όπως μ' αγκάλιαζες και δρόσιζες κι εσύ.

Τρέχουν οι ανθρώποι στη βροχή κι εγώ γελάω.
Τα φώτα ανάψαν μα τον ήλιο εγώ κοιτώ
που έχει βάψει κατακόκκινη τη δύση
και μου θυμίζει το δικό μας δειλινό.

Και περπατώ και περπατώ πλάι στο ποτάμι
κι όπως κυλάει αργά βυθίζομαι στο νου.
Και περπατώ και περπατώ πλάι στο ποτάμι
και στα βαθειά του τα νερά βλέπω τα μάτια σου...

...και στα θολά του τα νερά βλέπω τα μάτια σου.

Αναζήτησις

Είναι το τέλος της προσπάθειάς μου να βρω μία άκρη για τα όσα συνέβησαν τα προηγούμενα δυο χρόνια σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο. Πριν φύγω για μεταπτυχιακό στη Σκοτία κλείνω έναν κύκλο και νιώθω ότι δεν έχω απαντήσεις για τις απότομες αλλαγές στην ζωή μου. Μάης 1995.

Πόσες φωνές!
Πόσες φωτιές!
"Φίλοι" που μου φωνάζουν.

Γι' αγάπη μιλούν,
μου χαμογελούν,
στα μάτια μου όλοι κοιτάζουν.

Τι να πιστέψω, πες μου,
και να μην προδωθώ;
Τα μάτια μου που να στρέψω
και ψέμματα να μη δώ;
Και ποιος στ' αλήθεια πιστεύει
πως σ' αγαπώ... πως σ' αγαπώ...

Νύχτα λευκή.
Η σκέψη θολή
με τόσα που μ' έχουν ποτίσει.

Μα ο ήλιος θα βγει,
η μέρα θα 'ρθεί,
πάλι το φώς θα γυρίσει!

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Θα έρθη η στιγμή

Τραγούδι που πραγματεύεται τον δύσκολο πνευματικό αγώνα του ανθρώπου να κερδίσει την θέση του στον Παράδεισο που πιστεύει. Αφορμή η εμπειρία μου από την θρησκευτική αλλαγή φίλων αλλά και της οικογένειάς μου. Τραγουδήθηκε πριν από μια συναυλία του Γιώργου Κοινούση στην ΑΣΤΕΡ, 9/5/1995.

Έχουμε δρόμο να κάνουμ' ακόμα.
Έχουμε τρύγο στον αμπελώνα.
Έχουμε τόσα να πούμε, αδερφέ μου,
κουβέντες που οι καιροί δεν τις παίρνουν.

Αυτό το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει.
Αγέρας τ' άσπρο πανί μας φουσκώνει
και πότε αγέρας μας σταματάει
και το κουπί μας το κύμα χτυπάει.

Όμως θα 'ρθεί η στιγμή που ο Αγρότης
ίσκιο θα εύρει στο δέντρο της νιότης
κι ο καπετάνιος το πλοίο θ' αράξει
κι όλων των χρόνων τις δάφνες θ' αδράξει.

Τώρα χρωστάμε δουλειά στον αφέντη.
Κούραση τώρα στο σώμα θα έμπει
και οι ψυχές μας τον πόνο θα πλέξουν
ρούχο φωτός να ξετελέψουν.

Όμως θα 'ρθεί η στιγμή που οι δυο μας
χέρι με χέρι στον ουρανό μας
θά 'βγουμε νά 'βρουμε δική μας πατρίδα
σπάζοντας πια τη βαριά αλυσσίδα.

Όλος ο κόσμος μές τον αγώνα.
Έχουμε τρύγο στον αμπελώνα.
Πρώτος εγώ τη δουλειά θε να πιάσω
να μ' αγκαλιάσεις, να σ' αγκαλιάσω.

Το Όνειρο

Σε μέρες που τα όνειρα περίσσευαν, έγραψα ένα περισσότερο πειραματικό τραγούδι με Καββαδιακές επιρροές. Αφηγηματικό σαν παραμυθάκι που τραγουδήθηκε σε παρέες. Και αυτό είναι γραμμένο την ώρα της παράδοσης, δείγμα ότι το μυαλό μου δεν ήταν πια στο πτυχίο αλλά στο μέλλον. Απρίλιος 1995.

Τι νά 'ναι τάχα τ' όνειρο πού 'δα;
Γιατί να τό 'δα; Σε ποιον να το πώ;
Τι να σημαίνει τ' όραμα εκείνο
που μ' άφησε τόσα πολλά στο μυαλό;

Αρμένιζα, λέει, σε πόντο γαλάζιο
σ' άγνωστο τόπο, κάπου στη γη
κι είχα καράβι λαμπρό και μεγάλο
μα ήμουν μονάχος στο άσπρο σκαρί.

Κι ως χάραζε η πλώρη η άπονη επάνω
στης θάλασσας το ήρεμο το σώμα γραμμή
είδα ομπρός μου πανώρια να στέκει
γυναίκα ντυμένη με άσπρη στολή.

Είχε στα μάτια του ήλιου τη λάμψη,
στα χέρια βαστούσε αμπέλου καρπό.
Με τρόμαξε αλήθεια μα είχε μια γλύκα
π' απλώθηκε αμέσως ως το γυαλό.

Χωρίς να το θέλω αλλάζω τη ρώτα
και πάνω της στρέφω να πάω κοντά
μα όσο σιμώνω κι εκείνη μισεύει
και πάντα τη βλέπω τόσο μακρυα.

Κόρη ποιά είσαι; Μήπως σε ξέρω;
Πούθ' έρχεσαι πες μου και εγώ θα σου πώ.
Ζητώ τη φωνή της το γρίφο να λύσει
που μοιάζει παλιό και κρυφό μυστικό.

Εκείνη μου γνέφει, μου κλείνει το μάτι
και στρέφει στη δύση κι αργά προχωρά.
Για λίγο φαινόταν κι εχάθη η μορφή της
κι έμεινα μόνος στο πλοίο ξανά.

Μάρτιος

Ο Μάρτιος γράφτηκε από νοσταλγία για όλους εκείνους τους ανθρώπους μου που φαινόταν πια ότι χάνω για πάντα, αρχίζοντας μία νέα πορεία. Θα έλεγα είναι ένας αποχαιρετισμός στην μέχρι τότε ζωή μου. Αρχίζει τώρα η ζωή μόνο για την Δέσπω μου. Στην πραγματικότητα η ζωή μου όλη είναι τώρα η Δέσποινα. 21/3/1995.
.
Πάει καιρός που γράμματα δεν παίρνω από σένα.
Πάει καιρός που τα πουλιά δεν έχουνε λαλιά.
Και, πίστεψέ με, πάγωσα να στέκω κάθε βράδυ
μέσα στον αρμυρό βοριά, στην ακροθαλασσιά.
.
Εκείνος ο ορίζοντας που κάποτε σε πήρε
κι αυτός ο ήλιος ο χρυσός που χάνεται αργά
πήραν το βλέμμα μου εκεί που σμίγουνε οι δυο τους
και αδερφό με κάμανε μα πού παρηγορια.
.
Ένα καράβι αρμάτωσα να σ' εύρει, να σε φέρει
και φεύγει τον Σεπτέμβριο νά 'ρθει την άνοιξη
και "Μάρτιο" τ' ονόμασα που πάντοτε δεν ξέρεις
άμα θα 'ρθεί καλόκαιρια ή άμα θά 'ρθει βροχή.
.
Σε σκέφτηκα να γύριζες καμαρωτός στην πλώρη
και πίσω να φουσκώνουνε περήφανα πανιά.
Και πριν να 'ρθείς, να 'ρχόμουνα εγώ να σε φιλήσω
και να σε κλείσω σε μια μπλε θαλασσινή αγκαλιά.

Κουράγιο

Είναι περίοδος που έχω συγκλονιστεί από την απόσχισή μου από την υπόλοιπη οικογένειά μου για ένα σημαντικό (θεωρούσα) θρησκευτικό λόγο. Η ζωή μου συνεχίζεται μόνο επειδή είμαι ερωτευμένος και από εκεί γαντζώνομαι να αισιοδοξώ. Αρχίζει μία επίπονη περίοδος μεταβολής του χαρακτήρα μου. Γραμμένο στο τετράδιο μέσα στην αίθουσα του Γ2 της σχολής, 21/3/1995.

Κάμε κουράγιο, μάτια μου
μέχρι να βγει ο ήλιος,
μέχρι της γης τα δάκρυα τα σβήσει
ο καιρός.

Κι άμα το χάραμα αργεί
κι άμα φυσά αγέρας,
άκου απ' τον ορίζοντα π' ακούγεται
σκοπός.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Ο Ανθρακορύχος

Ο Ανθρακορύχος είναι ο κάθε άνθρωπος που πέφτει χαμηλά από τα λάθη του αλλά βρίσκει τον τρόπο να ανακάμψει. Αλληγορία που έγραψα με αφορμή μία δική μου πνευματική καταρράκωση. Νοέμβριος 1994.

Ο Ανθρακορύχος πάει στην δουλειά του
την κάσκα του φοράει, τη μέρα χαιρετά.
Τη φωτογραφία της γυναίκας του φιλάει
και γρήγορα την κρύβει μες της φόρμας τη βρωμιά.

Ο Ανθρακορύχος κατεβαίνει μες τα βάθη.
Πάει να βρει την κούραση στης γης την αγκαλιά.
Οι φανοί ανάβουν. Τα μηχανήματα στριγγλίζουν.
Αλήθεια, πόσο αβάσταχτη είν' εδώ η μοναξιά.

Αχ, Θεέ μου, πώς να σε δω από 'δω κάτω...
Η σκόνη κι ο ιδρώτας μου σε Σένα προσευχή.
Ο Ανθρακορύχος βουτηγμένος στην μουτζούρα
την κόρνα περιμένει στο φως να ξαναβγεί.

Γελώντας προς το ασανσέρ πηγαίνει σαν σχολάσει.
Δούλεψε κι αξίζει το φως να ξαναδεί.
Πάει τώρα να πλυθεί, να σβήσουν τα σημάδια
που δείχνουν πόσο χαμηλά κατέβηκε στη γη.

Κόσμος Χαζός

Οργισμένο, πρόχειρο τραγούδι που έγραψα σε μια διδακτική ώρα της Σχολής μου τον Νοέμβριο του 1994. Ήταν μια περίοδος αυτοκριτικής και αναθεώρησης ιδεών. Αφιερώθηκε στον Μήτσο Παπαγεωργίου για μία ηρωϊκή πράξη του. Τραγουδήθηκε σε φοιτητικά μεθύσια και στο λιμάνι όταν τον αποχαιρετούσαμε.

Σ' ακολουθούσα μα τώρα πια
κατάλαβα ότι δεν πρέπει.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
την αδικία κανείς δε βλέπει.

Ζούμε μονάχοι και βιαστικοί
και στο καβούκι μας κρυμμένοι μέσα.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
περνάνε μόνο τα μεγάλα μέσα.

Και έχω φτιάξει το δικό μου όνειρο,
φτιαγμένο απ' της γιαγιάς τα παραμύθια.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
που έχει το ψέμα για αλήθεια.

Άσε με τώρα μόνο μου
να κλαίω το χάλι μου μονάχος.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
δεν είμαι παρά ένα λάθος.

Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό.
Σ' αυτό τον κόσμο τον άχαρο...

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Μονόλογος μιας Γιαγιάς το Λιόγερμα

Γραμμένο στην Χερσόνησο σε μία νυχτερινή βάρδια τον Αύγουστο του 1994. Αφορμή μία γιαγιά σε μία καρτ-ποστάλ. Παιδεύομαι με το κρητικό ιδίωμα. Περνώ μία κρίση οικογενειακής και θρησκευτικής ταυτότητας και θέλω να προσκολληθώ σε κάτι αυθεντικό.

Τέλεψα μπλιο τη μέρα μου
και πάω για να πλαγιάσω
τσι πίκρες τούτης της ζωής
στ' όνειρο να ξεχάσω.

Τα 'γγόνια μ' ανημένουσι
να έρθω κουρασμένη
μού 'χουνε στη φωθιά φαϊ
και κοιμηθιά στρωμένη.

Σα φτάσω, η κόρη η πλια μική
γλακά και μ' αγκαλιάζει
κι από την πλάτη τον ντρουβά
πιάνει και κατεβάζει.

Κι απόϊ θ' αποκοιμηθώ
τα μάθια μου να κλείσω
και, σα το θέλει η Χάρη Του,
αύριο θα ξυπνήσω.