Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Στην Επιστροφή από το HGC Glasgow

Επιστρέφοντας από την δουλειά μου στο Holiday Inn GC, ένα πρωί του Γενάρη του 1996, είχα μία εμπειρία που δεν θα ξεχάσω. Αργότερα, λίγο πριν φύγω από την Σκοτία, τον Σεπτέμβρη, θυμάμαι και την αποτυπώνω σε αυτό το τραγούδι που αποτελεί την αρχή μιας σειράς αλλαγών στον χαρακτήρα μου, συνέπειες έντονων βιωμάτων. Αφιερώθηκε στους φίλους John Anderson και George McMillan.

Γυρνώ πρωί απ' τη δουλειά, στο δρόμο μου η παγωνιά
μα εγώ γελώ και τραγουδάω τ' όνομά σου.
Μα βλέπω δυο μικρά παιδιά κι όλα αλλάζουν ξαφνικά
γιατί σε κούτες χάρτινες ξεχειμωνιάζουν.

Τα πλησιάζω, τα ρωτώ, τι κάνετε μωρέ εδώ;
Πού είν' ο κύρης σας; Γιατί σας έχει αφήσει;
Το 'να μου έξομολογά, "Μιχάλη, δεν έχω μπαμπά,
μια μοίρα άδικη, κακή μ' έχει γεννήσει".

Περνούσε από 'κει, που λες, κάποιος με μία mercedes,
τον σταματώ και του μιλώ γι' αυτά τα δύο
μ' αυτός μου λέει, ζαμανφού, "έχω επείγον ραντεβού
πέρνα μετά τις 11 απ' το γραφείο".

Κι έμεινα μόνος μου ξανά, εκεί μ' εκείνα τα παιδιά
τι να τους πω δεν ήξερα αυτή την ώρα.
Τ' άλλο μου λέει σοβαρά, "δεν είναι η πρώτη η φορά.
Σ' ευχαριστώ από καρδιάς μα φύγε τώρα".

Στους δρόμους μόνος τριγυρνώ μα όμως τώρα νιώθω αλλιώς.
Πια δεν κοιτώ τα μεγαλεία της Γλασκώβης.
Μόνο το ψέμα της κοιτώ και ντρέπομαι που είμ' εδώ
και βλαστημώ τη μοναξιά αυτής της πόλης...

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Ένα Ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο

Τελειώνω τις σπουδές. Μαζί με τον συμφοιτητή και φίλο Κώστα Ζολινδάκη έχουμε τον πόθο να επιστρέψουμε στην Ελλάδα ταξιδεύοντας με ένα βανάκι όλη την Ευρώπη σταματώντας στον Βόσπορο όπου και θα το παρατούσαμε. Όνειρα... Το ταξίδι δεν έγινε όμως έμεινε αυτό το ζεϊμπέκικο που γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1996.

Ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο
θα 'βγω και θα χορέψω.
Στης πόλης τα στοιχειά θα γνέψω
να βγουν να δούνε εκείνο το χορό.
Ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο.

Θα γέρνει ο ήλιος στου καϋμού το μαχαλά
κι εγώ το άλλο μου μισό θα ψάξω νά 'βρω.
Κι ως θ' ανεμίζει το πουκάμισο το μαύρο
θά 'ναι παντιέρα σ' ένα μπάρκο για μακρυά.
Θα γέρνει ο ήλιος στου καϋμού το μαχαλά.

Μ' ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο
στο στενοδρόμι των φτωχών και των προσφύγων
θα ρίξω βόλτα και μεσάνυχτα θα φύγω
να συναντήσω τις ψυχές τους στο νερό.
Μ' ένα ζεϊμπέκικο στον Βόσπορο.

Συνείδηση

Αμέσως μετά την δολοφονία του Σολωμού Σολωμού στο οδόφραγμα της Δερύνειας (είχε προηγηθεί κι εκείνη του Τάσου Ισαάκ) σκηνοθέτησα συγκλονισμένος αυτό το μη μελοποιημένο ποίημα νιώθοντας τις τύψεις που μου αναλογούν. Δεκαπενταύγουστος του 1996, στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Λουκά στην Γλασκώβη.

Τιμή και δόξα στα παιδιά που πέσαν για την Κύπρο
και μια ντροπή δυσοδική για μένα να φοράω.

Γιατί εχθές δεν τόλμησα να πιάσω μια σημαία
πού 'ταν πεσμένη, κόκκινη μ' αίμα δικών μου φίλων.

Τιμή και δόξα στα παιδιά που τώρα θα γελούνε
με την κατάντια μου αυτή, μ' αυτή την προδοσία.

Όταν με είδε η μάνα μου εχθές φρέσκολουσμένο
μού 'πε πως έκανα καλά που γύρισα στο σπίτι.

Μα εγώ τους άκουσα κοντά τους πυροβολισμούς τους
που σκότωσαν τους φίλους μου ενώ έτρεχα να φύγω.

Το βράδυ με το τσάι μου πολλές φορές τους είδα
να πέφτουν και να ξεψυχούν στις βραδυνές ειδήσεις.

Αυτή η σφαίρα ρίχτηκε απ' το δικό μου χέρι
και απ' το χέρι των πολλών που δεν είναι κορόιδα.

Εμείς που τρέχαμε εχθές, τ' αμαρτωλά τομάρια
να σώσουμε απ' το λευκό μανδύα των αγγέλων.

Εμείς! Εγώ τους σκότωσα κι ας γελάω τώρα
με τους πολλούς, με τους σωστούς, τους έντιμους προδότες.

Κι αφού κανένας και ποτέ δε θα με τιμωρήσει
στην επομένη ντουφεκιά των Τούρκων ας πεθάνω.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

Λογόστεμα

Μαντιναδοτράγουδο γραμμένο την Άνοιξη του 1996. Τραγουδήθηκε στο τραπέζι του Αρραβώνα του Μανώλη Μαχίνη (ξαδέρφου της Δέσποινάς μου) με την καλή του Νίνα, ως ριζίτικο (της ταύλας) όταν είχα έρθει για λίγες μέρες στην Ελλάδα.

Δροσοσταλίδα εκύλησε και βρήκε το λουλούδι.
Το δρόσισε και τ' άνοιξε κι άπλωσε το μυρούδι.

Κι επέρνα ένας νεαρός να τό 'δει να τ' αρέσει.
Του κηπουρού το εζήτηξε, αλλού να το φυτέψει.

-Αχ, κηπουρέ και δώσ' το μου γιατί πολλά μ' αρέσει
κι απού 'χω όμορφο μπαξέ, θά 'μπει στη μέση - μέση!

-Με την ευκή μου πάρε το γιατί θορρώ τ' αξίζεις
μα με τσ' αγάπης το νερό πάντα να το ποτίζεις.

Καστελλόριζο

Νοσταλγικό τραγούδι που σχετίζεται με αναμνήσεις από μια εκδρομή στο νησί τον Ιούνιο του 1995 παρέα με την Δέσποινα. Γράφτηκε τον Απρίλιο του 1996 στην Γλασκώβη και τραγουδήθηκε στα φοιτητικά γλεντάκια μας. Είναι ο καιρός που ονειρεύομαι αφελώς την ζωή μετά από τις σπουδές και τα χρέη μου.

Μού 'πες κάποιο βράδυ: δεν μπορώ!
Δεν σ' αγαπώ! Θα φύγω πέρα...
Κι έφυγες Σεπτέμβρη, μια βραδιά
κι απόμεινε ένα άρωμα στη μέρα.

Μες την απουσία σου θαρρώ
πως θα σε ιδώ σε μια γωνία
μα τα βήματά σου πουθενά
κι η απουσία μένει απουσία.

Σε περιμένουν μουσική και φωτιές
στο Καστελλόριζο τα βράδια.
Μία αγάπη π' άφησες ορφανή
και μια αγκαλιά που ειν' άδεια.

Αχ, θησαυρέ των ονείρων μου
και φως των ματιών μου
όσο δεν σε έχω αργοπεθαίνω.

Αχ, στα υγρά τα σοκάκια
τραγουδώ να μ' ακούσεις.
Αχ, για σένα ανασαίνω.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

Δέσποινα

Γραμμένο στην Γλασκώβη για την Δέσποινα Κουφαλάκη, μετέπειτα σύζυγό μου, τον Απρίλιο του 1996, στην μπαλαλάικα. Είναι ένα από τα τέσσερα νοσταλγικά τραγούδια εκείνης της περιόδου. Το έχει ακούσει μέχρι σήμερα μόνο ο Mohammad ο συγκάτοικός μου τότε. Είχα δώσει μεγάλη σημασία που αν και προερχόμενος από άλλη κουλτούρα και γλώσσα, του άρεσε πολύ σε σημείο που έμαθε ένα μέρος και το τραγουδούσε μαζί μου.

Μια αγκαλιά όλο αστέρια, μες τα δυο μου χέρια
όταν σε κρατάω σε πίνω και μεθώ.

Βασίλισσα στην καρδιά μου, αχ ομορφιά μου,
μέλι τα χείλη σου, πώς τα ποθώ.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
είσαι θάλασσα, είσαι το φεγγάρι,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
γλυκοχάραμα είσαι κι ένας ήλιος,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Ροδόσταμο το φιλί σου και το κορμί σου
είναι σπαρμένο γαρουφαλιές.

Κι αν μ' αγαπάς λυγαριά μου, μάτια γλυκά μου,
μες την καρδούλα μου να μου το λες.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
είσαι θάλασσα, είσαι το Αιγαίο,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Γιατί είσ' εσύ η χαρά μου, το φως στα όνειρά μου,
είσαι άρωμα, αχ κυπαρισσάκι,
κι είν' τα μάτια σου όλος ο ουρανός.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Όριο

Γραμμένο στην νυχτερινή βάρδια του Holiday Inn Glasgow αποτυπώνει την κατάσταση που βρισκόμουν στο απόγειο του μοναχικού αγώνα για ένα καλύτερο αύριο με κάπως υπερβολικό μελοδραματικό τρόπο. Μελοποιήθηκε a capella στον δρόμο για την δουλειά. Μάρτιος 1996.

Τραίνα σε παίρνανε κάθε που βράδιαζε
και σε γυρίζανε με την αυγή.
Νύχτες ατέλειωτες στο μεροκάματο,
δεν άντεξες άλλο. Κουράστηκες.

Για ένα αύριο που δεν ξημέρωνε
κάθε που νύχτωνε χανόσουνα.
Νύχτες που σκότωσαν την εφηβεία σου,
δεν άντεξες άλλο. Κουράστηκες.

Κι ότι αγάπησες στη μοίρα του τ' άφησες.
Δεν κοίταξες πίσω, προχώρησες μπρος.
Κι ότι στερήθηκες για πάντα τ' αρνήθηκες
κι έτσι παράτησες τον κόσμο αυτό.

Καμάρι της Καρδιάς

Ένα τραγούδι σε ρεμπέτικο ύφος. Γραμμένο τον κρύο Φλεβάρη του 1996 στο διαμέρισμά μου στον 3-5 πύργο του Pinkston Drive για την Δέσποινα που μου έλλειπε πολύ. Από τότε, το έχει ακούσει μόνο ο τότε συγκάτοικός μου από το Μπαγκλαντές. Ήταν ένα γενικό παράπονο ότι τα τραγούδια μου δεν "έφταναν" ποτέ στα πρόσωπα τα οποία αφορούσαν.

Πάλι θα στο πώ, κυρά μου να το καταλάβεις
πως εγώ δε φεύγω μα θα μείνω πλάι σου.
Μπλέχτηκα στα μακρυά μαλλιά σου, αχ τα μαύρα,
χάθηκα στα μάυρα μάτια σου.

Πάλι θα στο πω, καλή μου, είσ' εσύ για μένα
ότι είναι το βουνό για τον σταυραετό
κι ότι είναι το νερό για τα ψηλά τα δέντρα
είσ' εσύ για μένα το φτωχό.

Γιατί σ' έχω μέσα στην καρδιά μου
κι έρχεσαι κρυφά στα όνειρά μου.
Όμορφο, γλυκό μου, ακριβό μου,
καμάρι της καρδιάς, μελαχρινό μου.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Γράμμα σε ένα παλιό συμμαθητή

Με την αλληλογραφία με 1 - 2 φίλους και την Δέσποινα σπάει η μοναξιά της βιοπάλης που βιώνω σπουδάζοντας στο εξωτερικό. Γράφοντας από την Γλασκώβη στον Κύπριο συμφοιτητή μου Ανδρέα Αναστασίου, στην Χαϊδελβέργη, του έστειλα αυτό το τραγούδι που έγραψα με αφορμή την κρίση στα Ίμια τον Γενάρη του 1996.

Φίλε μου καλέ, παλιέ συμμαθητή μου,
δεν τελειώσαμε εκείνο το παιχνίδι
όπου παίζαμε οι δυο μας στην αλάνα.
Μας διακόψανε οι πυροβολισμοί.

Δεν τελειώσαμε εκείνη την ημέρα.
Με περνούσες ένα τέρμα (το θυμάσαι;)
όμως ήρθαν και μας πήρανε την μπάλα.
Το παιχνίδι μας τ' αφήσαμε μισό.

Σου υπόσχομαι λοιπόν ένα ταξίδι,
ένα απόγευμα σε κάποιο καφενείο
στης Κέρύνειας το ήσυχο λιμάνι
θα κεράσω εγώ γλυκύβραστο καφέ.

Κι ύστερα θα πάμε για να βρούμε
την αλάνα που ματώναμε τα πόδια
να τελειώσουμε εκείνο το παιχνίδι
και να βγούμε και οι δυο μας νικητές.

Βόλτα στο Clyde Riverside

Το πρώτο τραγούδι που έγραψα στη Γλασκώβη σε μια βόλτα στον ποταμό Clyde. Αφού έδωσα λόγο στην Δέσποινα έφυγα εκεί για μεταπτυχιακό. Ήταν ένα απόγευμα Νοεμβρίου 1995 που μου είχε πέσει βαριά η μοναξιά μου μακρυά της. Πλέον το κάθε τραγούδι έχει ένα λόγο που γράφεται.

Νυχτώνει πάλι κι ο ουρανός πήρε να βρέχει.
Λέω να βγω να περπατήσω στη βροχή,
χωρίς ομπρέλα, έτσι για να μ' αγκαλιάσει,
όπως μ' αγκάλιαζες και δρόσιζες κι εσύ.

Τρέχουν οι ανθρώποι στη βροχή κι εγώ γελάω.
Τα φώτα ανάψαν μα τον ήλιο εγώ κοιτώ
που έχει βάψει κατακόκκινη τη δύση
και μου θυμίζει το δικό μας δειλινό.

Και περπατώ και περπατώ πλάι στο ποτάμι
κι όπως κυλάει αργά βυθίζομαι στο νου.
Και περπατώ και περπατώ πλάι στο ποτάμι
και στα βαθειά του τα νερά βλέπω τα μάτια σου...

...και στα θολά του τα νερά βλέπω τα μάτια σου.

Αναζήτησις

Είναι το τέλος της προσπάθειάς μου να βρω μία άκρη για τα όσα συνέβησαν τα προηγούμενα δυο χρόνια σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο. Πριν φύγω για μεταπτυχιακό στη Σκοτία κλείνω έναν κύκλο και νιώθω ότι δεν έχω απαντήσεις για τις απότομες αλλαγές στην ζωή μου. Μάης 1995.

Πόσες φωνές!
Πόσες φωτιές!
"Φίλοι" που μου φωνάζουν.

Γι' αγάπη μιλούν,
μου χαμογελούν,
στα μάτια μου όλοι κοιτάζουν.

Τι να πιστέψω, πες μου,
και να μην προδωθώ;
Τα μάτια μου που να στρέψω
και ψέμματα να μη δώ;
Και ποιος στ' αλήθεια πιστεύει
πως σ' αγαπώ... πως σ' αγαπώ...

Νύχτα λευκή.
Η σκέψη θολή
με τόσα που μ' έχουν ποτίσει.

Μα ο ήλιος θα βγει,
η μέρα θα 'ρθεί,
πάλι το φώς θα γυρίσει!

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Θα έρθη η στιγμή

Τραγούδι που πραγματεύεται τον δύσκολο πνευματικό αγώνα του ανθρώπου να κερδίσει την θέση του στον Παράδεισο που πιστεύει. Αφορμή η εμπειρία μου από την θρησκευτική αλλαγή φίλων αλλά και της οικογένειάς μου. Τραγουδήθηκε πριν από μια συναυλία του Γιώργου Κοινούση στην ΑΣΤΕΡ, 9/5/1995.

Έχουμε δρόμο να κάνουμ' ακόμα.
Έχουμε τρύγο στον αμπελώνα.
Έχουμε τόσα να πούμε, αδερφέ μου,
κουβέντες που οι καιροί δεν τις παίρνουν.

Αυτό το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει.
Αγέρας τ' άσπρο πανί μας φουσκώνει
και πότε αγέρας μας σταματάει
και το κουπί μας το κύμα χτυπάει.

Όμως θα 'ρθεί η στιγμή που ο Αγρότης
ίσκιο θα εύρει στο δέντρο της νιότης
κι ο καπετάνιος το πλοίο θ' αράξει
κι όλων των χρόνων τις δάφνες θ' αδράξει.

Τώρα χρωστάμε δουλειά στον αφέντη.
Κούραση τώρα στο σώμα θα έμπει
και οι ψυχές μας τον πόνο θα πλέξουν
ρούχο φωτός να ξετελέψουν.

Όμως θα 'ρθεί η στιγμή που οι δυο μας
χέρι με χέρι στον ουρανό μας
θά 'βγουμε νά 'βρουμε δική μας πατρίδα
σπάζοντας πια τη βαριά αλυσσίδα.

Όλος ο κόσμος μές τον αγώνα.
Έχουμε τρύγο στον αμπελώνα.
Πρώτος εγώ τη δουλειά θε να πιάσω
να μ' αγκαλιάσεις, να σ' αγκαλιάσω.

Το Όνειρο

Σε μέρες που τα όνειρα περίσσευαν, έγραψα ένα περισσότερο πειραματικό τραγούδι με Καββαδιακές επιρροές. Αφηγηματικό σαν παραμυθάκι που τραγουδήθηκε σε παρέες. Και αυτό είναι γραμμένο την ώρα της παράδοσης, δείγμα ότι το μυαλό μου δεν ήταν πια στο πτυχίο αλλά στο μέλλον. Απρίλιος 1995.

Τι νά 'ναι τάχα τ' όνειρο πού 'δα;
Γιατί να τό 'δα; Σε ποιον να το πώ;
Τι να σημαίνει τ' όραμα εκείνο
που μ' άφησε τόσα πολλά στο μυαλό;

Αρμένιζα, λέει, σε πόντο γαλάζιο
σ' άγνωστο τόπο, κάπου στη γη
κι είχα καράβι λαμπρό και μεγάλο
μα ήμουν μονάχος στο άσπρο σκαρί.

Κι ως χάραζε η πλώρη η άπονη επάνω
στης θάλασσας το ήρεμο το σώμα γραμμή
είδα ομπρός μου πανώρια να στέκει
γυναίκα ντυμένη με άσπρη στολή.

Είχε στα μάτια του ήλιου τη λάμψη,
στα χέρια βαστούσε αμπέλου καρπό.
Με τρόμαξε αλήθεια μα είχε μια γλύκα
π' απλώθηκε αμέσως ως το γυαλό.

Χωρίς να το θέλω αλλάζω τη ρώτα
και πάνω της στρέφω να πάω κοντά
μα όσο σιμώνω κι εκείνη μισεύει
και πάντα τη βλέπω τόσο μακρυα.

Κόρη ποιά είσαι; Μήπως σε ξέρω;
Πούθ' έρχεσαι πες μου και εγώ θα σου πώ.
Ζητώ τη φωνή της το γρίφο να λύσει
που μοιάζει παλιό και κρυφό μυστικό.

Εκείνη μου γνέφει, μου κλείνει το μάτι
και στρέφει στη δύση κι αργά προχωρά.
Για λίγο φαινόταν κι εχάθη η μορφή της
κι έμεινα μόνος στο πλοίο ξανά.

Μάρτιος

Ο Μάρτιος γράφτηκε από νοσταλγία για όλους εκείνους τους ανθρώπους μου που φαινόταν πια ότι χάνω για πάντα, αρχίζοντας μία νέα πορεία. Θα έλεγα είναι ένας αποχαιρετισμός στην μέχρι τότε ζωή μου. Αρχίζει τώρα η ζωή μόνο για την Δέσπω μου. Στην πραγματικότητα η ζωή μου όλη είναι τώρα η Δέσποινα. 21/3/1995.
.
Πάει καιρός που γράμματα δεν παίρνω από σένα.
Πάει καιρός που τα πουλιά δεν έχουνε λαλιά.
Και, πίστεψέ με, πάγωσα να στέκω κάθε βράδυ
μέσα στον αρμυρό βοριά, στην ακροθαλασσιά.
.
Εκείνος ο ορίζοντας που κάποτε σε πήρε
κι αυτός ο ήλιος ο χρυσός που χάνεται αργά
πήραν το βλέμμα μου εκεί που σμίγουνε οι δυο τους
και αδερφό με κάμανε μα πού παρηγορια.
.
Ένα καράβι αρμάτωσα να σ' εύρει, να σε φέρει
και φεύγει τον Σεπτέμβριο νά 'ρθει την άνοιξη
και "Μάρτιο" τ' ονόμασα που πάντοτε δεν ξέρεις
άμα θα 'ρθεί καλόκαιρια ή άμα θά 'ρθει βροχή.
.
Σε σκέφτηκα να γύριζες καμαρωτός στην πλώρη
και πίσω να φουσκώνουνε περήφανα πανιά.
Και πριν να 'ρθείς, να 'ρχόμουνα εγώ να σε φιλήσω
και να σε κλείσω σε μια μπλε θαλασσινή αγκαλιά.

Κουράγιο

Είναι περίοδος που έχω συγκλονιστεί από την απόσχισή μου από την υπόλοιπη οικογένειά μου για ένα σημαντικό (θεωρούσα) θρησκευτικό λόγο. Η ζωή μου συνεχίζεται μόνο επειδή είμαι ερωτευμένος και από εκεί γαντζώνομαι να αισιοδοξώ. Αρχίζει μία επίπονη περίοδος μεταβολής του χαρακτήρα μου. Γραμμένο στο τετράδιο μέσα στην αίθουσα του Γ2 της σχολής, 21/3/1995.

Κάμε κουράγιο, μάτια μου
μέχρι να βγει ο ήλιος,
μέχρι της γης τα δάκρυα τα σβήσει
ο καιρός.

Κι άμα το χάραμα αργεί
κι άμα φυσά αγέρας,
άκου απ' τον ορίζοντα π' ακούγεται
σκοπός.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Ο Ανθρακορύχος

Ο Ανθρακορύχος είναι ο κάθε άνθρωπος που πέφτει χαμηλά από τα λάθη του αλλά βρίσκει τον τρόπο να ανακάμψει. Αλληγορία που έγραψα με αφορμή μία δική μου πνευματική καταρράκωση. Νοέμβριος 1994.

Ο Ανθρακορύχος πάει στην δουλειά του
την κάσκα του φοράει, τη μέρα χαιρετά.
Τη φωτογραφία της γυναίκας του φιλάει
και γρήγορα την κρύβει μες της φόρμας τη βρωμιά.

Ο Ανθρακορύχος κατεβαίνει μες τα βάθη.
Πάει να βρει την κούραση στης γης την αγκαλιά.
Οι φανοί ανάβουν. Τα μηχανήματα στριγγλίζουν.
Αλήθεια, πόσο αβάσταχτη είν' εδώ η μοναξιά.

Αχ, Θεέ μου, πώς να σε δω από 'δω κάτω...
Η σκόνη κι ο ιδρώτας μου σε Σένα προσευχή.
Ο Ανθρακορύχος βουτηγμένος στην μουτζούρα
την κόρνα περιμένει στο φως να ξαναβγεί.

Γελώντας προς το ασανσέρ πηγαίνει σαν σχολάσει.
Δούλεψε κι αξίζει το φως να ξαναδεί.
Πάει τώρα να πλυθεί, να σβήσουν τα σημάδια
που δείχνουν πόσο χαμηλά κατέβηκε στη γη.

Κόσμος Χαζός

Οργισμένο, πρόχειρο τραγούδι που έγραψα σε μια διδακτική ώρα της Σχολής μου τον Νοέμβριο του 1994. Ήταν μια περίοδος αυτοκριτικής και αναθεώρησης ιδεών. Αφιερώθηκε στον Μήτσο Παπαγεωργίου για μία ηρωϊκή πράξη του. Τραγουδήθηκε σε φοιτητικά μεθύσια και στο λιμάνι όταν τον αποχαιρετούσαμε.

Σ' ακολουθούσα μα τώρα πια
κατάλαβα ότι δεν πρέπει.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
την αδικία κανείς δε βλέπει.

Ζούμε μονάχοι και βιαστικοί
και στο καβούκι μας κρυμμένοι μέσα.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
περνάνε μόνο τα μεγάλα μέσα.

Και έχω φτιάξει το δικό μου όνειρο,
φτιαγμένο απ' της γιαγιάς τα παραμύθια.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
που έχει το ψέμα για αλήθεια.

Άσε με τώρα μόνο μου
να κλαίω το χάλι μου μονάχος.
Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό
δεν είμαι παρά ένα λάθος.

Σ' αυτό τον κόσμο το χαζό.
Σ' αυτό τον κόσμο τον άχαρο...

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Μονόλογος μιας Γιαγιάς το Λιόγερμα

Γραμμένο στην Χερσόνησο σε μία νυχτερινή βάρδια τον Αύγουστο του 1994. Αφορμή μία γιαγιά σε μία καρτ-ποστάλ. Παιδεύομαι με το κρητικό ιδίωμα. Περνώ μία κρίση οικογενειακής και θρησκευτικής ταυτότητας και θέλω να προσκολληθώ σε κάτι αυθεντικό.

Τέλεψα μπλιο τη μέρα μου
και πάω για να πλαγιάσω
τσι πίκρες τούτης της ζωής
στ' όνειρο να ξεχάσω.

Τα 'γγόνια μ' ανημένουσι
να έρθω κουρασμένη
μού 'χουνε στη φωθιά φαϊ
και κοιμηθιά στρωμένη.

Σα φτάσω, η κόρη η πλια μική
γλακά και μ' αγκαλιάζει
κι από την πλάτη τον ντρουβά
πιάνει και κατεβάζει.

Κι απόϊ θ' αποκοιμηθώ
τα μάθια μου να κλείσω
και, σα το θέλει η Χάρη Του,
αύριο θα ξυπνήσω.

Ένα Αϊτόπουλο

Το "Αϊτόπουλο" (Άνοιξη 1994) είναι η αρχή μίας πιο ώριμης αλλά ακόμα μπερδεμένης περιόδου γραφής. Τελώ υπό το βάρος υπαρξιακών και θρησκευτικών αναζητήσεων αλλά και του έρωτα. Τα περισσότερα τραγούδια είναι πειραματισμοί και με αυθόρμητα θέματα. Αφιερώθηκε στην Νάνση, ένα πουλάκι.

Ήτανε μια φορά σε χώρα μακρυνή
ένα αϊτόπουλο μονάχο κι ορφανό.
Μάνα είχε την αυγή, τον Ήλιο κύρην του
και σαν ξημέρωνε κινούσε απ' το βουνό.

Από τα σύννεφα μέχρι τη θάλασσα
κι από τη δύση μέχρι την ανατολή
τα όρη τό 'κραζαν κι η γής τ' αγκάλιαζε
κι ήταν του τόπου του μονάκριβο παιδί.

Και σαν σουρούπωνε, πήγαινε κάθιζε
σ' ένα χαράκι από πάνω απ' το γυαλό
κι άρχιζε σιγανά να γλυκοτραγουδά
για να ακούσουν οι νεράιδες το σκοπό.

Μια μοίρα άπονη τό 'δε, το ζήλεψε
μια θυγατέρα της αδίστακτης νυχτιάς
κι έγινε φονικό, βόλι στο στήθος του
κι από τον τόπο 'κείνο εχάθη η ομορφιά.

Τώρα πονά η αυγή κι ο ήλιος γέρασε
και της θαλάσσης οι νεράιδες τις βραδιές
βλέπουν στον ουρανό ενα άστρο, ένα φώς
γραμμές να σέρνει σκίζοντας τις ξαστεριές.

Ο Ύμνος της ΑΣΤΕΡ

Από το 1992 ως το 1995 σπούδασα στην Ανωτέρα ΣΤΕ Ρόδου με την οποία δέθηκα πολύ. Έγραψα τον ύμνο της την Άνοιξη του 1993. Άγουρο πόνημα εντελώς προσωπικό. Μελοποιήθηκε και τραγουδήθηκε μόνο σε συγκενρώσεις στα φοιτητικά μας δωμάτια. Τώρα πια τίποτα δεν με δένει με την Σχολή αυτή.

Είδα κι αγάπησα
παιδιά μιας μάγισσας.
Παιδιά που σε κοιτάνε με μάτια αληθινά.
Παιδιά που σ' αγαπάνε.
Ελεύθερα παιδιά.

Είδα κι αγάπησα
παιδιά μιας μάγισσας.
Μες το χαμόγελό τους η ελπίδα ξαναζεί.
Μέσα από την καρδιά τους προβάλει η ζωή.

Πάμε ταξίδι στο Γαλαξίδι
κι από κει φεύγουμε για Σαλονίκη,
πετάμε πάνω απ' τα νησιά,
την Κάλυμνο, την Ικαριά.

Από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη,
από τον Γράμμο στον Ψηλορείτη,
από την Κύπρο ως την Λευκάδα,
Ρόδος και Κέρκυρα, όλη Ελλάδα

Η Ηπειρός μας χαιρετάει
κι η Ζάκυνθος μας τραγουδάει,
μοσχοβολάει η Θεσσαλία,
γειά σου χαρά σου, Μακεδονία.

Κυριακή 10 Αυγούστου 2008

Οι Πρόσφυγες

Γραμμένο στο μοναστήρι της Παραμυθίας στη Ρόδο τον Ιούλιο του 1994 στην επέτειο των 20 χρόνων κατοχής της Κύπρου. Το πρώτο τραγούδι που μελοποποίησα όχι στο πιάνο αλλά στην καινούρια τότε μπαλαλάικά μου. Ευαίσθητα μετεφηβικά χρόνια...

Στα χαμόσπιτα του πόνου κάποιοι άνθρωποι τα βράδια
δεν κοιμούνται και θυμούνται κι ονειρεύονται καράβια.
να τους πάνε στην πατρίδα, την αγαπημένη τους Αμμόχωστο.
Αχ, όνειρο που λαχταρώ.

Είναι κάτι που τους πιάνει όταν έρχεται το βράδυ.
Τους ξυπνάει αναμνήσεις και τους ρίχνει στο σκοτάδι.
Τους γυρίζει στην πατρίδα, την αγαπημένη τους Κερύνεια.
Θε μου, δώσ' τους λεφτεριά.

Είναι και μικρά παιδάκια που κρυώνουν κι όλο κλαίνε
και κοιτούν φωτογαφίες. Ποια είν' τα όρη τούτα, λένε.
Μα ακούνε μοιρολόι απ' τα βουνά, τον Πενταδάχτυλό.
Αχ, παιδιά μου, άντε στο καλό...

Στα χαμόσπιτα του πόνου κάποιοι άνθρωποι με μένα
τους καϋμούς τους κάθε βράδυ τραγουδάνει έναν - ένα.
Το καράβι του μυαλού μας, μας ταξίδεψε κι απόψε μες το χθες.
Αχ, Κύπρος, συ μ' ανάθρεψες.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008

Χριστουγεννιάτικη Προσευχή

Επιρρεασμένος από την προσωπική αναζήτησή μου, γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1993. Αφιερώνεται στον ιερέα Κυριάκο Μανέττα ο οποίος μου έδωσε αρκετές αφορμές να σκεφτώ και πολύ αργότερα να διαμορφώσω άποψη για διάφορα πνευματικά ζητήματα.

Χριστέ που εγεννήθηκες μια χιονισμένη νύχτα
έλα κι απόψε στ' όνειρο για να μας ταξιδέψεις.
Να πάμε εκεί στην Βηθλεέμ, ακολουθώντας τ' άστρο
και τις γλυκές τις θεϊκές, αγγέλων υμνωδίες.
.
Σμύρνα, χρυσό και λίβανο δεν έχω να σου φέρω
μα φέρνω την ψυχούλα μου, την ταπεινή καρδιά μου
να την γεμίσεις, Κύριε, απ' τη δική σου αγάπη
να δώσω σ' όλα τα παιδιά, τ' αδύναμα πουλάκια.
.
Χριστέ που εγεννήθηκες μια χιονισμένη νύχτα,
κρύο μη δίνεις σε φτωχό, μη σε παιδί τον πόνο.
Και σ' όσους αγωνίζονται να έρθουνε κοντά Σου
δίδε στα χέρια δύναμη και στην ψυχή κουράγιο,
.
για να σου χτίσουν στην καρδιά κι εκείνοι μία φάτνη,
τον άρτο και γλυκό κρασί εκεί να σε φιλέψουν.
Θεέ μου, κοίταζε κι εμέ, τον ταπεινό σου δούλο
κι αξίωνέ με ν' αγαπώ και να με αγαπούνε...

Δεκαεννιά

Γραμμένο στις 13 Ιουνίου 1993, στα γεννέθλια της συμφοιτήτριάς μου Δέσποινας. Αργότερα παντρευτήκαμε.

Ωσάν το λέλουδο τ' αγρού
απού ξεμπουμπουκιάζει
και του σιμώνει η μέλισσα
ροδόνερο και βγάζει,

έτσα εξεμπουμπούκιασες
κι εσύ στα δεκαεννιά σου.
Σου σίμωσα μια ολιά δροσά
να πιω απ' την καρδιά σου.

Η Παραδεισιώτισσα

Γενάρης 1994. Σατηρικό, γραμμένο για την συμφοιτήτριά μου Βούλα από την Έμπονα Ρόδου.

Κίνησα για την Έμπονα μα όξω απ' το Παραδείσι
μια κοπελιά μου πάντηξε κι ήρθε να με ρωτήσει.

-Πούθ' έρχεσαι; Απ' την κρεμαστή γη από τα Τριάντα;
Για πού, κοντώ, το έβαλες κι ήντα 'χεις μες την τσάντα;

-Είπαν μου πως στην Έμπονα έχει καλό κρασάκι
και πηαίνω με τη βούργια μου να βάλω ένα φλασκάκι.

-Έλα, μου λέει εκείνιε, να σε φιλοξενήσω.
Κρασί παραδεισιώτικο μαθές θα σε ποτίσω.

-Άσε, τση λέω, κοπελιά που νά 'χεις την ευκή μου
τι εγώ πάντα αμοναχός πίνω το, το κρασί μου.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Στη Ρόδο

Απρίλιος 1993. Στην αρχή ενός έρωτα στην Ρόδο. Είχα γνωρίσει και ερωτευτεί τόσο το νησί όσο και την Δέσποινα. Μπερδεμένος και αμφιταλαντευόμενος γράφω το προφητικό τραγούδι αυτό που είναι μία πρώιμη, ρομαντική εικόνα που είχα για τον τόπο.

Φεγγάριν είχε ο ουρανός
μοσκοβολούσε η νύχτα
και σα με είδες ήνοιξες
μιαν αγκαλιά και ημπήκα.

Προπάτηξα στσοι δρόμους
σου μίλησα τω δεντρώ σου
στο κάστρο σου ξαπόστασα
κι ήθεκα στο γυαλό σου.

Ήπια κρασί απ' την Έμπονα, μέλι απ' το Παραδείσι,
αγάπησα Μαριτσενή κι από μια κρύα βρύση,

ήπια νερό τ' Αττάβυρου κι οι κάψες εχαθήκα
κι ούλοι οι πόνοι κι οι καϋμοί δροσοχαρές γενίκα.

Εγκάλιασές με κι ήκαμες το κλάημα μου δικό σου
κι οντε γελούσα, ηγέλουνες κι ήκαμες το σταυρό σου

κι ήλεγες πως σε τούτονε πού 'ρθε απ' την Κρήτη, πέρα,
σε τούτονε θα δώσω εγώ δική μου θυγατέρα.

Τι τόνε θέλω τση καρδιάς τσι λύχνους να ανάφτει
κι από ταχιάς με την αυγή, 'σάμε αργάς το βράδυ

να τραγουδάει τσι φιλιές, να λέγει την αγάπη
κι έτσα λοής που την κατεί έτσα να μου τη μάθει.

Να μαντιναδοτραγουδεί να χαίρειν η ψυχή μου
κι ωσά βροχήν η μουσικές να πέφτου πα' στη γη μου.

Ρόδος, νησί πεντάμορφο, του Γήλιου το στολίδι,
να φύγω μπλιο δε το μπορώ. Ήλλαξα δαχτυλίδι.

F/B Milena

28 Οκτώβρη 1992, F/B Milena. Η μέρα που έφευγα μαζί με άλλα παιδιά από την Κρήτη για τη Ρόδο, για σπουδές στην Ανωτέρα Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων.

Η κόρνα σφύριξε, το πλοίο φεύγει.
Στα πόδια μας οι λαμαρίνες τρέμουν.
Ποιούς άραγε θα βρούμε; Θα μας περιμένουν;
Θά 'ναι μαντίλι στην στεριά να νεύγει;

Κοιτάζω γύρω μου και με κοιτάνε.
Ποιος, φίλε, θα μας τό 'λεγε ποτές.
Θα πάμε, λέει, να γενούμε φοιτητές.
Κοστούμι και γραβάτα θα φοράμε.

-Όμορφη η μέρα μας, έτσι δεν είναι;
-Εσύ πούθ' έρχεσαι και πού θα μείνεις;
-Πρώτη φορά τον τόπο σου αφήνεις;
-Η κοπελίτσα δίπλα, τι σου είναι;

Κουβέντες διάφορες σε γλώσσες ξένες,
τουρίστες με κιθάρες τραγουδάνε.
Κάποιοι απ' το πλήρωμα τους στραβοκοιτάνε
και κάποιες γριές κοίτονται κουρασμένες.

Η μέρα πέρασε πιάσαμε Κάσο.
Μία θολή κορφή κοιτώ ενός της βράχου.
Στο πέλαγο τώρα περνάμε της Καρπάθου.
Τώρα τη σκέψη μου στα δύο θα μοιράσω.

Φεύγω Στα Ξένα

Πειραματισμός σε νησιώτικο ύφος. Μετρώντας τις δυνατότητές μου σε παραδοσιακούς ρυθμούς και ρίμες, το διαμόρφωσα σιγά-σιγά τραγουδώντας πάνω στο yamahaκι μου στην διαδρομή Μάλια-Σίσσι Λασιθίου, Ιούλιος 1993.

Θα φύγω απόψε, φως μου, μ' ένα
καράβι μακρυά στα ξένα.
Μα θά 'χω πάντα στο νού μου εσένα, καλέ,
τα μάτια σου τα μενεξέ.
Τα μάτια κείνα που φωτιές μ' ανάβουνε,
που στ' άστρα μ' ανεβάζουνε.

Και μοσχοβολούσες δυόσμο.
Και μου χάριζες τον κόσμο.
Και μου χάριζες τα όμορφα
τα μάτια σου, καλέ.

Εγώ θα φύγω μα θα πέρι-
μενεις να γενούμε ταίρι.
Ημέρα Κυριακή θα είναι όταν θα 'ρθώ,
καλέ, να σε στεφανωθώ.
Τις βέρες τότε θ' ανταλλάξουμε, καλέ,
και τη ζωή θα φτιάξουμε.

Και μοσχοβολούσες δυόσμο.
Και μου χάριζες τον κόσμο.
Και μου χάριζες τα όμορφα
τα μάτια σου, καλέ.

Επιβίωση

Γραμμένο το Ιούλιο του 1990 στην νυχτερινή βάρδια ρεσεψιόν στις Γούβες. Περίοδος απεξάρτησής μου από ουσίες. Είχα ήδη γνωριστεί με την Δήμητρα η οποία με βοήθησε να ξαναζήσω αλλά είμαστε ακόμα μόνο φίλοι.

Μού 'παν να παίξω
στο παιχνίδι τους μέσα
να μπω και να μπλέξω
γιατι αυτοί έχουν τα μέσα.
Να παρακαλέσω
για καλύτερες μέρες,
στα πόδια να πέσω
να μη φύγουν οι σφαίρες.

Μα τους είπα όχι
ότι δε θα το κάνω
το χατήρι τους τούτο
προτιμώ να πεθάνω.

Έχω ενα φίλο,
γυρνά στην Ομόνοια.
Τον σπάνε στο ξύλο
τα άλλα πρεζόνια.
Και μια αγάπη είχα
τη λέγανε Μαίρη.
Στο πάρκο την βρήκαν
με μια βελόνα στο χέρι.

Μα εγώ δεν καπνίζω
καφέ πίνω σκέτο
κι έχω πάντα στην τσέπη
ένα στιλέτο.

Στο Τέρμα


Γραμμένο χωρίς αφορμή το 1991, πειραματιζόμενος να μάθω περισσότερα στο πιάνο της Όλγας, της αδερφής μου. Η τελευταία στροφή γράφτηκε πολύ αργότερα, στον Στρατό, το 1997.

Κάποτε μιλούσαμε γι' αυτή τη ζωή.
Κάποτε μιλούσαμε για τις συγκινήσεις.
Τότε που μαζί ψάχναμε να βρούμε τα γιατί.
Τότε που φωνάζαμε "ζωή δε θα μας νικήσεις".

Κάποτε στα μάτια μας ήταν η φωτιά
και τα στήθη μας δονούσε η αγάπη.
Όταν ξεκινούσαμε, πόσα όνειρα...
Κι όμως πώς χαθήκαμε με τα πρώτα λάθη.

Μα όταν η αγάπη γίνεται καπνός
κι όταν αντί δάκρυ απ' το μάτι τρέχει αίμα,
τότε πιοα τη λύση δίνει ο χωρισμός.
Πρέπει να το καταλάβεις, έφτασες στο τέρμα.

Σήμερα θυμήθηκα όσα ζήσαμε.
Σαν να σε ξανάκλεισα, μικρή, στην αγκαλιά μου.
Ξαναπερπατήσαμε στους δρόμους της φωτιάς
Ήτανε πολύ τρελά απόψε τα ονειρά μου.

Φεύγεις

Ποίημα του Μιχάλη Κουντάκη, φίλου της Δήμητρας, της τότε κοπέλας μου. Ολοκληρώθηκε σε τραγούδι το 1991, με την προσθήκη από εμένα της δεύτερης στροφής, και την μελοποίησή του στο πιάνο της Όλγας, της αδερφής μου. Τραγουδήθηκε στην Κρητική Εστία τα Χριστούγεννα του 1993.

Και πάλι φεύγεις. Και πάλι μένω.
Και περιμένω. Και σ' αγαπώ.
Κρατώ λουλούδια και σε προσμένω
όμως αστέρια ξανά μετρώ.

Κλείνω τα μάτια, αφήνω απ' το χέρι
λευκό περιστέρι, αληθινό.
Όπου κι αν είσαι να 'ρθεί να σου φέρει
κλαδάκι αγάπης πως σ' αγαπώ.

Και όλο φεύγεις απο κοντά μου
από τον κόσμο, την αγκαλιά μου
δε φευγεις όμως απ' το μυαλό...

Δήμητρα

Γραμμένο για την Δήμητρα Καμπέλη την Άνοιξη 1991. Η Δήμητρα ήταν η εφηβική αγάπη που όπως σε κάθε άνθρωπο μένει αγιάτρευτη. Μελοποιήθηκε στο δικό της αρμόνιο, στο σπίτι της.

Πώς μοιάζεις σαν μικρού παιδιού ιχνογραφία.
Τόσο παράξενη και τόσο μαγική.
Σαν τροβαδούρου μια μπαλάντα ερωτική,
σαν μελωδία απαλή στην ησυχία.

Σαν ένα φως απ' τις χρυσές του ήλιου ακτίδες
που διαπερνά τις γρύλλιες των παραθυριών
και τα ματάκια χαϊδεύει των παιδιών
και τις καρδιές τις παιδικές τους, τους ξυπνάει.

Ρόδος

Γραμμένο τον Δεκέμβριο του 1992 μετά από μια εκδρομή στα δάση της Ρόδου.

Σειρήνα, Ρόδος, μάγισσα.
Όσοι αξιώθηκαν
την ομορφιά σου κι είδαν,
μια γριά Ροδίτισσα μού 'πε
δεν ξαναφύγαν.
Μα έμειναν κοντά σου εδώ...
Σκλάβοι μιας σφοδρής
επιθυμίας κρυφής,
μιας θυγατέρας σου να γίνουν
κύριοι της ψυχής
και το βελούδινο
σταρένιο της κορμί,
το ντυμένο με διάφανο
πράσινο χιτώνα
να αγκαλιάσουν...

Ο Μισεμός του Παππού

Τον Χειμώνα του 1993, πέθανε ο παππούς Μιχάλης, ένας ήρωας της ζωής, όπως και πολλοί της γενειάς του. Ήταν ο πρώτος άνθρωπός μου που έφευγε χωρίς να είμαι εγώ εκεί. Στην Κρητική Εστία της Αθήνας, φιλοξενούμενος του αδερφού μου, έγραψα το μοιρολόι αυτό.

Του ζόρε δεν το πολεμώ
οπίσω να σε φέρω.
Τι ήταν θέλημα Θεού
στους ουρανούς να πηαίνεις.

Μόν' έλα κάθε που ο Θιος
πέμπει σε, άγγελόν του
μέσα στη σκέψη και στο νου
για να τα γαληνεύεις.

Ως και συ πάντα τό 'καμες
κι όντε δε στο ζητούσαν
τα έντεκα τα 'γγόνια σου
π' εδά σε χαιρετούσι.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Νέα Αλικαρνασός

Νέα Αλικαρνασός, 16/9/1992. Είναι η επέτειος των 70 χρόνων μικρασιατικής καταστροφής και γράφω επιρρεασμένος από την αδερφική φιλία μου με τον Κώστα Μπαλαμούτσο, συμμαθητή μου για 2 χρόνια στο λύκειο με καταγωγή από την Αλικαρνασό. Αφιερώνεται στον πατέρα του, Στέλιο Μπαλαμούτσο.

Η Μάνα μου με γέννησε στην Αλικαρνασό
κι η μοίρα με κυνήγησε απ' τη Μικράν Ασία.
Πήρα μαζί μια χούφτα γης κι ένα κλαδί κισσό
και μια απορία ποιά άραγε πληρώνω αμαρτία.

Η μάουνα γέρικο σκαρί μα και φιλότιμο,
σε κάθε κύμα έβηχε παιρνώντας το Αιγαίο.
Ένας σωρός την βάραιναν ελπίδες κι άνθρωποι.
Εσύ φταίς, ερωτούσανε, ή μήπως εγώ φταίω;

Την τρίτη μέρα το πρωί, πλευρίζαμε γυαλό
και όλοι είχανε το νου στο τι αφήκαν πίσω.
Κι εγώ εμπόλιασα τη γή, φύτεψα τον κισσό
και έσκυψα το κρητικό το χώμα να φιλήσω.
.
Και πέρασαν καιροί πολλοί και χρόνοι δίσεχτοι
κι ιδρώτας έτρεξε πολύς και πότισε το χώμα.
Και ο κισσός μεγάλωσε κι έζωσε μιαν αυλή
που παίζουν τώρα λεύτερα τα δώδεκά μου εγγόνια.

Μα όσο κι αν πικράθηκα δεν το μετάνοιωσα.
Κι αν του χεριού μου το πετσί γεμάτο ρόζους είναι,
τούτη τη γη την πέτρινη που την αγάπησα
και που φωνάζει μέσα μου πανού Ελλάδα είναι.

Ο Χρόνος

Χερσόνησος, Καλοκαίρι 1991. Δουλεύοντας τη νύχτα γράφω τον "Χρόνο" που γιατρεύει τις πληγές από τα βάσανα της ζωής. Χρησιμοποιώ το ψευδώνυμο "Λέανδρος", το όνομα ενός φίλου στον οποίο και αφιέρωσα αυτό το ποίημα. Μελοποιήθηκε την ιδια νύχτα.

Αγέρας ο χρόνος φυσάει
και σκάβει την άμμο του νου.
Κομμάτια ξεθάβει ουρανού
και χαμογελάει.

Σπίθα είν' ο χρόνος κι ανάβει
στης νύχτας το πέπλο φωτιά,
τα μαυρα της καίει μαλλιά,
τρυπά το σκοτάδι.

Βροχή είναι ο χρόνος, ποτίζει
του νου σου την πέτρινη γη
και ξεδιψά η ζωή
και ξαναρχίζει.

Ένας Φίλος

Ηράκλειο, 1988. Στον Μιχάλη Χατζηλία. Είναι το πρώτο νομίζω ολοκληρωμένο ποίημα (και αργότερα τραγούδι) που έγραψα και στην ουσία είναι μια ανώριμη αυτοπεριγραφή. Με την οργή και την ορμή της εφηβείας. Εδώ το ταξίδι ξεκινά.

Έχω ένα φίλο με παράξενο στύλ
κανείς δεν τον ξέρει, δεν τον καταλαβαίνει.
Άλλον αέρα έχει, άλλο προφίλ.
Δύσκολα ζει μα πάντα ανεβαίνει.

Άλλον δε θέλει πάνω του ν' ακουμπά,
μιλάει λίγο, τα λόγια μετράει.
Θέλει ηρεμία, όχι φώτα πολλά,
ζει στην σκιά, κανείς δεν τον πάει.

Ελάχιστες ήταν οι στιγμές της χαράς,
τη λέξη ευτυχία δεν την θυμάται.
Έχει άνεμο κόντρα μα βαστάει γερά.
Κουράζεται μα ποτέ δεν κοιμάται.

Όμως, ξέρει τι θέλει, τι ζητά, γιατί ζει
κι ότι θέλει να πει, το λέει.
Και φωνάζει στον κόσμο "εγώ είμ' αυτός".
Το λέει και είναι στην ψυχή δυνατός.

Ποιος ξέρει, ποιος ξέρει αν θα βγει νικητής
απ' τη μάχη αυτή που σώμα με σώμα
χωρίς όρους δινει μ' εχθρό τη ζωή
κι ή ήλιος θα γίνει, ή στάχτη στο χώμα.

Η Νύχτα του.

Χερσόνησος, Καλοκαίρι 1992. Γράφω στην νυχτερινή βάρδια για την νύχτα που μου έμαθε τόσα πολλά αλλά και με προστάτεψε. Μια αλληγορία για την επικίνδυνη νύχτα. Είναι καιρός που γνωρίζω και τα πρώτα μονοπάτια του έρωτα.


Η νύχτα τραγουδάει σιγά
κι έχει στο στήθος κρεμασμένο ένα φεγγάρι.
Κι αυτός, ερωτευμένος ο ηλίθιος,
νομίζει πως κι αυτή τον αγαπά.
.
Μαγεύει η υπέροχη ματιά,
το μαύρο πέπλο κεντημένο με αστέρια.
Κι αυτός δεν ξεχωρίζει πια, ο δύστυχος,
τι είναι φως και τι φωτιά.
.
Απαλά του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Τ' άγρια νύχια της τ' αγγίζουνε την πλάτη.
Κι εκείνος ανατριχιάζει από έρωτα
στα γκρίζα της σαν χάνεται φιλιά.
.
Στην αγκαλιά της τώρα μέσα έχει χαθεί.
"Θέλεις να μείνουμε μαζί, για πάντα, αιώνια";
Κι εκείνος λέει "ναι" αλλά δεν ξέρει πως
το φώς της μέρας δεν θα ξαναδεί.