Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Εχθές Ξανανταμώσαμε.

Νοσταλγικό τραγουδάκι για τους κύκλους που κάνει η ζωή των ανθρώπων. Από μία απλή και ωραία ταινία που είδα ένα βραδάκι.

Εχθές ξανανταμώσαμε στο ίδιο το σημείο
που μού 'χες πει το σ'αγαπώ
που μού'χες πει το αντίο.

Και όπως σε χαϊδευε ο νοτιάς στ' άσπρο σου το φουστάνι
ένα φιλί σου εζήλεψα
εφτά πληγές να γειάνει.

Μα ήσουν πια αλλού βασίλισσα σε άλλη αγκαλιά και σπίτι
και εγώ στα χέρια μου έπνιξα
κείνο το καρδιοχτύπι.

Κι όταν ξανάπες σ'αγαπώ έκανα αυτό που πρέπει.
Σαν το χαρτί το δίπλωσα
και τό 'ριξα στην τσέπη.

Εχθές ξανανταμώσαμε στις δώδεκα και κάτι,
ώρα που τ' όνειρο ξυπνά
και που κοιμάται η αγάπη. 

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Το Τζάμι.

Ένα ακόμα απλό και αργό ζεϊμπέκικο που προέκυψε από την αποτυχημένη προσπάθεια μου να γράψω μια έντεχνη ρούμπα. Η έμπνευση είναι ακόμα ζωντανή και αυτό έχει σημασία. Αύγουστος 2014.

Βρήκα τυχαία μια παλιά
φωτογραφία σε μια τσάντα.
Κείνη που μ' είχες αγκαλιά.
Είχε απάνω δυο φιλιά
και μια αφιέρωση "θα σ' αγαπώ για πάντα".

Κι άθελα ένιωσα ξανά
από το χέρι σου το χάδι
κι από τα χείλη το φιλί,
Θεέ μου, μού έλειψες πολύ!
Να 'σουν δική μου για ένα τελευταίο βράδυ!

Μα τώρα χώρια οι ζωές
κι ανάμεσά μας ένα τζάμι.
Να μη σ' αγγίζω, να μη ζω,
μη σε κοιτώ, μη σου μιλω,
μη σ' αγαπάω γιατί τώρα πια δε κάνει.

Μα είμαι καλά κι είσαι καλά,
ευτυχισμένη κι αυτό μου φτάνει.
Κι ας λαχταράει η καρδιά
σαν κρύβομαι στα σκοτεινά
για να σε δω λιγάκι πίσω από το τζάμι. 

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Μαριτσενό μου Αϊτόπουλο.

Κρητικός συρτός σκοπός και ένα απλό μαντιναδοτράγουδο για τα παιδια του χωριού όπου μεγαλώνει η οικογένειά μου. Για τον μεγάλο μου γιό, τον Βαγγέλη. Ιούλιος 2014.

Στου Κερωνιάτη το νερό
έπλυνε τα φτερά του
και στου Κουμούλη τον γκρεμό
έστεσε τη φωλιά του

για να θωρεί τα Μαριτσά
και τα χωριά του κάμπου
με μάθια ωσάν τα κάρβουνα
που στο σκοτίδι λάμπουν.

Μαριτσενό μου Αϊτόπουλο παίξε φτερό και πέτα!
Κι αν σ' εύρουν μαύρα σύννεφα, χτύπα και σκόρπισέ τα!

Το πέταγμά σου, αϊτέ,
με τ' Αρχαγγέλου μοιάζει.
Χαρά στη τη Μαριτσενή
πού 'χει και σ' αγκαλιάζει.

Αϊτέ μου πέψε απ' το χωριό
χαιρετισμούς στα ξένα
γιατί έχει κι αλαργάρικα
πουλιά ξενητεμένα.

Μαριτσενό μου Αϊτόπουλο και του βουνού φαλκόνι
ο τόπος που σ' ανάθρεψε εδά σε καμαρώνει.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Κλαίει η Αμμόχωστος.

Αφιερωματικό τραγούδι που γράφτηκε με αφορμή την απώλεια του πρωτοξαδέρφου μου Παναγιώτη. Μία μπαλάντα σπαραχτική για κάθε νέο που χάθηκε νωρίς και άδικα. Ιούνιος 2014.

Ήτανε κάποτε, που λες, ένα παιδί
όμορφο σαν Χριστός, απλό σαν το σπουργίτι.
Πού 'χε η αγάπη στην καρδούλα του κρυφτεί
κι έλαμπε ο κόσμος όταν έβγαινε απ' το σπίτι.

Εκεί που γέλασε ακόμα ειν' άνοιξη.
Εκεί που δάκρυσε ανθίζει μια μυρτιά.
Εκεί που αγάπησε μυρίζει δίκταμος
κι εκεί που θύμωσε ακόμα καίει φωτιά.

Μα έγινε άγγελος, πουλί του παραδείσου
και πως να ζήσω εγώ με την ανάμντησή του;

Ποιος να το ζήλεψε το τριαντάφυλλο;
Ποιος να το θέλησε; Ποιος να το έκοψε;
Ποιο χέρι άδικο;
Τι να τον κέρδισε και πέταξε στο φως;
Και κλαίει η Κρήτη, κλαίει η Κύπρος
κλαίει η Αμμόχωστος.

Είχα κάποτε κι εγώ ένα αδερφό
που ήταν στολίδι στις ζωές του καθενός μας.
Μέσα στις μάχες μα και μέσα στον χορό,
φίλος, στρατιώτης, ήρωας και άγιός μας.

Για κάποια κόρη αυτός ήτανε ο πρίγκιπας.
Για κάποια μάνα το καμάρι το κρυφό.
Για μια πατρίδα μικρή ήταν ο φύλακας
και για μια αδύναμη καρδούλα ο γιατρός.

Μα έγινε άγγελος, πουλί του παραδείσου
και πως να ζήσω εγώ με την ανάμντησή του;

Ποιος να το ζήλεψε το τριαντάφυλλο;
Ποιος να το θέλησε; Ποιος να το έκοψε;
Ποιο χέρι άδικο;
Τι να τον κέρδισε και πέταξε στο φως;
Και κλαίει η Κρήτη, κλαίει η Κύπρος
κλαίει η Αμμόχωστος.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Άντεξε!

Ιανουαριος 2014 στο Πρέστον της Αγγλίας όπου δουλεύω γνωρίζω τον Δημήτρη Οικονόμου, μουσικό, και μπορώ να δουλέψω μαζί του σε ένα πρωτόγνωρο για μένα επίπεδο. Κοινές αναζητήσεις και μεταμεσονύχτιες συζητήσεις οδηγούν σε αυτό το τραγουδάκι.

Της βροχής σταγόνες πάνω στο πρόσωπό σου.
Προδομένοι αγώνες μ' ακόμα τ' όνειρό σου
εχθές ξανά το είδα πλάι με το δικό μου
όρθιο στη βροχή στη μέση εκεί του δρόμου.

Κατάρα κι ευλογία σε τούτη εδώ τη χώρα
το κάθε μας βήμα να είναι ανηφόρα.
Είπες να φύγεις μακρυά απ' αυτούς τους σκύλλους,
μα πώς να προδώσεις πατρίδα, μάνα, φίλους.

Μή φοβάσαι!
Κράτα την ελπίδα!
Την φωτιά στα μάτιια σου μέσα είδα.
Κι αν πονάς
τον πόνο πάλεψε!
Μή λυγάς καρδιά μου κι άντεξε!

Είδες την γειτονιά σου σιγά σιγά να αδειάζει.
Τ' αδέρφι σου στα ξένα, το γέρο σου στ' αγιάζι.
Ληστές να σου κρατάνε το γάλα του παιδιού σου.
Σε ξένα χέρια τα κλειδιά του πατρικού σπιτιού σου.

Κλάψε! Μα προτού το δάκρυ σου σε πνίξει
έλα ξαναβρές με όπου μ' είχες αφήσει.
Διπλα μου ξαναστάσου, κράτα μου το χέρι,
κοίτα τους στα μάτια και τράβα το μαχαίρι.