Ο Ανθρακορύχος πάει στην δουλειά του
την κάσκα του φοράει, τη μέρα χαιρετά.
Τη φωτογραφία της γυναίκας του φιλάει
και γρήγορα την κρύβει μες της φόρμας τη βρωμιά.
Ο Ανθρακορύχος κατεβαίνει μες τα βάθη.
Πάει να βρει την κούραση στης γης την αγκαλιά.
Οι φανοί ανάβουν. Τα μηχανήματα στριγγλίζουν.
Αλήθεια, πόσο αβάσταχτη είν' εδώ η μοναξιά.
Αχ, Θεέ μου, πώς να σε δω από 'δω κάτω...
Η σκόνη κι ο ιδρώτας μου σε Σένα προσευχή.
Ο Ανθρακορύχος βουτηγμένος στην μουτζούρα
την κόρνα περιμένει στο φως να ξαναβγεί.
Γελώντας προς το ασανσέρ πηγαίνει σαν σχολάσει.
Δούλεψε κι αξίζει το φως να ξαναδεί.
Πάει τώρα να πλυθεί, να σβήσουν τα σημάδια
που δείχνουν πόσο χαμηλά κατέβηκε στη γη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου