Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Το Όνειρο

Σε μέρες που τα όνειρα περίσσευαν, έγραψα ένα περισσότερο πειραματικό τραγούδι με Καββαδιακές επιρροές. Αφηγηματικό σαν παραμυθάκι που τραγουδήθηκε σε παρέες. Και αυτό είναι γραμμένο την ώρα της παράδοσης, δείγμα ότι το μυαλό μου δεν ήταν πια στο πτυχίο αλλά στο μέλλον. Απρίλιος 1995.

Τι νά 'ναι τάχα τ' όνειρο πού 'δα;
Γιατί να τό 'δα; Σε ποιον να το πώ;
Τι να σημαίνει τ' όραμα εκείνο
που μ' άφησε τόσα πολλά στο μυαλό;

Αρμένιζα, λέει, σε πόντο γαλάζιο
σ' άγνωστο τόπο, κάπου στη γη
κι είχα καράβι λαμπρό και μεγάλο
μα ήμουν μονάχος στο άσπρο σκαρί.

Κι ως χάραζε η πλώρη η άπονη επάνω
στης θάλασσας το ήρεμο το σώμα γραμμή
είδα ομπρός μου πανώρια να στέκει
γυναίκα ντυμένη με άσπρη στολή.

Είχε στα μάτια του ήλιου τη λάμψη,
στα χέρια βαστούσε αμπέλου καρπό.
Με τρόμαξε αλήθεια μα είχε μια γλύκα
π' απλώθηκε αμέσως ως το γυαλό.

Χωρίς να το θέλω αλλάζω τη ρώτα
και πάνω της στρέφω να πάω κοντά
μα όσο σιμώνω κι εκείνη μισεύει
και πάντα τη βλέπω τόσο μακρυα.

Κόρη ποιά είσαι; Μήπως σε ξέρω;
Πούθ' έρχεσαι πες μου και εγώ θα σου πώ.
Ζητώ τη φωνή της το γρίφο να λύσει
που μοιάζει παλιό και κρυφό μυστικό.

Εκείνη μου γνέφει, μου κλείνει το μάτι
και στρέφει στη δύση κι αργά προχωρά.
Για λίγο φαινόταν κι εχάθη η μορφή της
κι έμεινα μόνος στο πλοίο ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου